12.9.16

Παντελής Καλιότσος - Αποχαιρετισμός




Όταν κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του’80 συναντούσα για πρώτη φορά τον Παντελή Καλιότσο, δεν μπορούσα ούτε καν να υποψιαστώ πως 35 περίπου χρόνια μετά, θα ήμουνα εγώ εκείνος που εκ μέρους της Εταιρείας Συγγραφέων (ιδρυτικό μέλος της οποίας ο Καλιότσος ήταν) θα είχα την πικρή Τιμή να τον αποχαιρετήσω.
Αλλά αποχαιρετά ποτέ κανείς ένα συγγραφέα;
Μπορεί το σώμα του να μην είναι πια σε λίγο ανάμεσά μας, αλλά τα έργα του για πολλά χρόνια ακόμα θα συντροφεύουν τις αναγνώσεις όσων αγαπούν την καλή λογοτεχνία.
Και ο Παντελής Καλιότσος υπήρξε ένας όχι μόνο καλός λογοτέχνης, μα και ένας γνήσιος συγγραφέας.
Η ζωή και το έργο του –ή πιο σωστά ο τρόπος ζωής και σκέψης του και τα βιβλία του αλληλοσυμπληρώνονται.
Ο Παντελής στα 91 χρόνια που έζησε συνεχώς αμφισβητούσε, συνεχώς εστοχάζετο, συνεχώς έπαιζε.
Θα μπορούσε ο ίδιος να ήταν ήρωας σε μυθιστόρημα ενός σύγχρονου Καζαντζάκη.
Ρουφούσε τη ζωή, παθιαζότανε με τη θάλασσα, λάτρευε το βουνό, χαιρότανε την ανθρώπινη συντροφιά, ζούσε αρμονικά με τη μοναξιά του, δεν φοβότανε να πει τις αλήθειες του, δεν κανάκευε το κοινό του, ήταν τρυφερός με τις γυναίκες, με ένα δικό του γνήσιο τρόπο πιστός στους έρωτές του.
Μέσα στο ίδιο σώμα, κατοικούσε ένα παιδί και ένας έφηβος και ένας άντρας.
Γι αυτό και μπόρεσε να γράψει βαθυστόχαστα μυθιστορήματα, ολοζώντανα εφηβικά έργα, σπαρταριστά παιδικά.
Μέσα στη σοβαρή γραφή του ενήλικα εισχωρούσε κάτι από την ανατρεπτική ματιά ενός παιδιού, μέσα στον αυθορμητισμός της παιδικής ηλικίας ανάσαινε η σοφία αυτού που πολλά έζησε.
Ο Παντελής Καλιότσος είναι ένας από τους ελάχιστους (και για την εποχή της συγγραφικής του ακμής ίσως και ο μοναδικός) έλληνας συγγραφέας που έγραψε τόσο για ενήλικο κοινό όσο και για ανήλικους αναγνώστες.
Και στα δυο αυτά είδη υπήρξε μεγάλος μάστορας. Γιατί γνώριζε –βίωνε πιο σωστά- το γεγονός πως ο πλήρης άνθρωπος της μέσης ηλικίας είναι αυτός που έχει μέσα του φυλαγμένη τη δυναμική μιας παιδικότητας.
Ο Παντελής Καλιότσος δεν κυνήγησε τη δημοσιότητα, αδιαφόρησε για την προβολή του εαυτού του.
Γι αυτό –πιστεύω- και πολλαπλά αναγνωρίστηκε το έργο του. Γι αυτό –είμαι σίγουρος- τόσο αγαπήθηκε από τους άλλους συγγραφείς.
Γι αυτό –ελπίζω- και να μη λησμονηθεί.
Και επιστρέφω σε εκείνη τη μέρα που για πρώτη φορά τον συνάντησα.
Εγώ ένα νέος συγγραφέας, με το πρώτο μου μυθιστόρημα  σε χειρόγραφη μορφή να περιμένω από τον Καλιότσο να μου πει τη γνώμη του.
Συναντηθήκαμε στο αγαπημένο του στέκι εκείνης της εποχής. Στο καφενείο γωνία Μαυρομιχάλη και  Σόλωνος. Μπροστά μας, πάνω στο ξύλινο τετράγωνο τραπεζάκι ένα ανοιχτό σκάκι. Γύρω μας οι ήχοι από τα ζάρια και τα πούλια.
Και ο Παντελής Καλιότσος με το τσιμπούκι στις άκριες των χειλιών του  να με μαθαίνει το τι σημαίνει λογοτεχνία και το τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας.
Να δείχνει το δρόμο –εκείνος ο καταξιωμένος και πολυβραβευμένος σε μένα που δοκίμαζα τα πρώτα μου βήματα.
Και –θυμάμαι- πως μου είχε φανερώσει και ένα μυστικό συγγραφής.
«Όταν θέλω να γαληνέψω την ψυχή του αναγνώστη μου από κάτι βαρύ και ασήκωτο που μόλις του έχω περιγράψει, τότε έτσι ξεκάρφωτα πετάω ανάμεσα στις άλλες λέξεις μου ένα χρώμα –ας πούμε κόκκινο, ή μια μυρωδιά –ας πούμε δενδρολίβανο… Και τον παρηγορώ!»

Λοιπόν Παντελή… Και τώρα εγώ…
«Δενδρολίβανο!» λέω…
Και ελπίζω να παρηγοριέμαι καθώς θα επιστρέφω στις σελίδες σου – στα «Ξύλινα Σπαθιά» και στον «Μεσαίο Τοίχο»
Με άρωμα δενδρολίβανου, το «Καλό σου Ταξίδι», Δάσκαλε.











12.8.16

Τιτίκα


Ήταν εκείνα τα χρόνια που η τουριστική ανάπτυξη δεν απασχολούσε κανένα.
Στο πανέμορφο παραθαλάσσιο προάστιο της Αθήνας υπήρχαν μόνο δυο ταβερνάκια, το ένα λίγο πιο πέρα από την ακροθαλασσιά, το δεύτερο εκεί που τα βράχια δεχόντουσαν να χρησιμοποιηθούν ως φυσική προβλήτα.
Τον στενόμακρο κόλπο τον σχηματίζανε αριστερά και δεξιά χαμηλοί, πευκόφυτοι λόφοι. Στο κέντρο του όμως η άμμος κυριαρχούσε.
Κι ήταν σ΄ αυτήν την αμμουδερή παραλία που οι λίγοι –ίσως και ελάχιστοι- παραθεριστές απλώνανε τις πετσέτες τους, ακουμπούσαν δίπλα τους κάποιες τσάντες με βραστά αβγά, φέτες ψωμιού, τυρί, ντομάτες…
Ήταν τα ίδια εκείνα άτομα που το προηγούμενο απόγευμα, είχαν διαλέξει τραπεζάκια στο ταβερνάκι της προβλήτα και θαυμάζανε τα ολόλευκα κοστούμια κάποιων ανδρών, τις αέρινες μουσελίνες κάποιων γυναικών. Και ανοιγοκλείνανε τα ρουθούνια τους να  κρατήσουν την ανάμνηση του καπνού των κουβανέζικων πούρων και των παριζιάνικων αρωμάτων.
Από τα δυο ή τρία κότερα που αγκυροβολούσαν στο κέντρο του κόλπου, τα απογεύματα εξωλέμβιες βάρκες έφερναν στην ακτή εκείνους που τα πρωινά λιαζόντουσαν στα καταστρώματα  ή κολυμπούσαν γύρω από αυτά –κάμποσα, πολλά  μέτρα από τη ρηχή αμμουδιά όπου παιδάκια ζωσμένα με τα σωσίβιά τους πλατσουρίζαν, μερικά μόλις είχαν μάθει μόνα τους να επιπλέουν και «Μαμά, κοίτα!» ουρλιάζανε θέλοντας να κάνουν τις μανούλες τους να τα καμαρώσουν.
Κι εκείνες με την παλάμη να προφυλάσσει τα μάτια από το φως, προτιμούσαν το «Μπράβο!» τους να το συνοδεύουν και με τη συμβουλή «Ως εκεί που πατώνεις να πας!»
Οι ίδιες αυτές γυναίκες, μαζί με τους άντρες τους που τα απογεύματα επιστρέφανε από τις αστικές δουλειές τους και βέβαια έχοντας πάντα σε ακτίνα παρακολούθησης τα πιτσιρίκια τους, πίνανε πορτοκαλάδα Παρθενών ή Σινάλκο και σχολιάζανε τις εμφανίσεις εκείνων που η βάρκα του κότερου τους έφερνε στα βράχια και κάποιος ναύτης τους συγκρατούσε να κάνουν τα πρώτα βήματα στην ανώμαλη επιφάνεια της πέτρας.
Ήταν μια γνωστή τραγωδός με καριέρα και  στο διεθνή κινηματογράφο, ήταν –ασφαλώς!- η μεγάλη Ντίβα που μόλις είχε ολοκληρώσει μια σειρά παραστάσεων στη Σκάλα, ήταν η κόρη και σύζυγος μεγαλοεφοπλιστών και βέβαια ο ίδιος ο σύντροφός της με τα μαύρα του γυαλιά και ακόμα ο σκηνοθέτης τραγωδιών στο θέατρο της Επιδαύρου και… Ναι, ήταν και ο ευτραφής παλιός πολιτικός που πριν από δέκα, ίσως και λιγότερα χρόνια, είχε βάλει την υπογραφή του στη μοιρασιά της Υφηλίου.
Μέλη όλοι τους μιας ομάδας θρυλικών προσωπικοτήτων, μιας θρυλικής εποχής. Σύμβολα ενός νέου κόσμου που όλοι τον ονειρευόντουσαν να είναι ανέφελος, χαμογελαστός, με πολλές ηλεκτρικές συσκευές, πολλά χρώματα, νέες γεύσεις και με ανθρώπους καλοζωισμένους, γυμνασμένους, όμορφους.
Αλλά… Αλλά τα σύμβολα μιας νεοφερμένης ευμάρειας, όσο κι αν τα καμαρώνεις, δεν τα θεωρείς και δικά σου.
Δικά σου είναι εκείνα που αν και λιάζονται δίπλα σου, αν και πάνω στις φτέρνες τους κολλάνε οι ίδιο κόκκοι άμμου που έχουν ανάμεσα και στα δικά σου δάχτυλα χωθεί, εντούτοις σε κάτι διαφέρουν από τους πολλούς… Από εσένα.
Ίσως γιατί ετοιμάζονται να τολμήσουν αυτό που θα θεωρηθεί πρόκληση. Ολοκληρώνουν  ήδη αυτό που ενώ θα το ήθελες ως όνειρο να σε επισκέπτεται τις υγρές, θερμές νύχτες, εξαναγκάζεσαι να το υποδέχεσαι ως εφιάλτη.
Η Τιτίκα, λοιπόν… Κι ο Γιώργος…
Τα δικά σου σύμβολα μιας επανάστασης ιδανικής –ιδανικής γιατί εσύ ποτέ δε θα την τολμήσεις, μα θα την χαρείς καθώς άλλοι θα την υλοποιούν…
Όπως η Τιτίκα και ο Γιώργος -θα την υλοποιούν αδιαφορώντας για το κόστος.
                                           **********************
Η Τιτίκα θυμάμαι πως ήταν όμορφη! 
Όμορφη… Έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ –αγόρι στο πρώτο κατώφλι της εφηβείας. Μα έτσι άκουγα να τη χαρακτηρίζουν και οι ενήλικες που δίπλα τους ζούσα.
Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν μελαχρινή.
Ναι, το χρώμα της επιδερμίδας της δεν το ξέχασε ο έφηβος που τότε το κοιτούσε. Σκουρόχρωμη σάρκα. Που σχεδόν χωρίς καμιά κάλυψη ενδύματος περνούσε μπροστά από τους άλλους λουόμενους. Με μπικίνι!
Μπικίνι των χρόνων αμέσως μετά τον πόλεμο! Αλήθεια πόσο τολμηρό σήμερα θα το θεωρούσε κανείς;
Αλλά η τόλμη και η πρόκληση αλλάζουν από εποχή σε εποχή.
Κι άλλωστε δεν ήταν μόνο πως η Τιτίκα διέσχιζε την παραλία από τη μια άκρη ως την άλλη φορώντας ένα μπικίνι. Μα ήταν και πως κάθε μέρα το μπικίνι ήταν διαφορετικό.
Πλούσια;
Δεν ξέρω αν η ερώτηση αυτή είχε απασχολήσει τις εφηβικές ανησυχίες μου. Περισσότερο με ενδιέφερε να παρακολουθώ τα μεσημέρια της Κυριακής σε μια από τις δυο ταβέρνες, τον άντρα της Τιτίκας –ερχότανε πάντα σαββατόβραδο και έφευγε καθώς έπεφτε η θλίψη του κυριακάτικου απογεύματος.
Τα δυο παιδιά του ζευγαριού –δίδυμα διαφορετικού όμως φύλλου- κρεμόντουσαν από τα γόνατα του πατέρα τους κι αυτός ενώ έδειχνε πως κάθε τι που του ζητούσαν τους το έδινε –παγωτό ξυλάκι και τα τελευταία τεύχη του Μίκυ Μάους και των Κλασσικών Εικονογραφημένων- στην ουσία όλο του το σώμα ήταν γερμένο προς τη μεριά της Τιτίκας. Της γέμιζε με μπύρα το ποτήρι, της καθάριζε τα ψάρια, της έδινε με το πιρούνι του  μικρά, κατακόκκινα κομμάτια ντομάτας.
Το κυριακάτικο πρωινό –η παραλία με περισσότερο κόσμο- η Τιτίκα δεν κατέβαινε να κολυμπήσει. Μόνος ο σύζυγος με τα δυο παιδιά.
Θυμάμαι πως σε κανένα δε μιλούσε –δεν είχε προλάβει ή μπορεί και να μην το ΄θελε, να πιάσει γνωριμίες.
Αλλά και κανείς δεν αποφάσιζε να τον πλησιάσει.
Ίσως –τώρα το σκέφτομαι- πως αισθανόντουσαν οίκτο για τον στρουμπουλό άντρα με το χαλαρό στομάχι και την αρχή φαλάκρας. Οίκτο ή και ντροπή. Μπορεί και θυμό ή ακόμα και αποστροφή.
Λυπάσαι, ντρέπεσαι, θυμώνεις, αποστρέφεσαι τον απατημένο που δεν κατανοεί ή δεν θέλει να δει πως γίνεται ρεζίλι.
Γιατί όλοι στην παραλία που μετά από λίγα –λιγότερα από πέντε- χρόνια θα γινότανε οργανωμένη πλαζ κι η φήμη της μέχρι και τραγούδι θα την έκανε, γνωρίζανε το τι συνέβαινε όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας. Από Δευτέρα πρωί μέχρι απόγευμα Σαββάτου. Όλοι ξέρανε τον Γιώργο.
Ξανθός, αυτός, με σώμα που το θαυμάζαμε εμείς –μόνο εμείς;- τα εφηβάκια. Πρωταθλητής στην πεταλούδα ήταν κι έκανε τη θητεία του στο Λιμενικό.
Λόγω των μεταλλίων και των πολλών διακρίσεων στον υγρό το στίβο, η τοποθέτηση ήταν ευνοϊκή. Θητεία σε προάστιο της Αττικής, όπου και οι δικοί του είχαν μια μικρή επιχείρηση –αν θυμάμαι καλά ένα ψιλικατζίδικο –αγόραζα από εκεί φωτογραφίες ηθοποιών που ακόμα κάπου σε συρτάρι τις έχω φυλαγμένες.
Κι ο Γιώργος με τη ολόλευκη στολή του Λιμενικού διέσχιζε την παραλία, χαριεντιζότανε με εμάς τα πιτσιρίκια, χαμογελούσε στις μανούλες μας που με συγκρατημένο βλέμμα τον κοιτούσαν και μετά…
Μετά, όλοι περιμέναμε την ώρα που η Τιτίκα θα κατέβαινε με κάποιο νέο μπικίνι και εκεί στο μέσο ακριβώς του κόλπου η σοκολατένια σάρκα της θα αφηνότανε στο γαλάζιο χάδι της ματιάς του Γιώργου.
Μια ολίγων δευτερολέπτων συνάντηση. Μα που θα είχε συνέχεια. Αλλού. Αργότερα.
Το που ποτέ δεν μαθεύτηκε, μήτε νομίζω και κανείς το είχε ανακαλύψει.
Σημασία είχε πως για μισή ώρα –ίσως και παραπάνω- η Τιτίκα δεν φαινότανε, κι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί.
Μετά… Να τους και πάλι! Εκείνη, από τη μια πλευρά να πλησιάζει τα παιδιά της που φτιάχνανε το κάστρο τους στην άμμο, κι ο άλλος από την αντίθετη μεριά να συνεχίζει να χαμογελά σε όλους εμάς του πιτσιρικάδες.
Τον κοιτούσα –θυμάμαι. Κοιτούσα να ανακαλύψω πάνω στη στολή του ή πάνω στο δέρμα του ίχνη μιας πράξης που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον τρόπο κι εγώ να την εκτελώ, μα που ήξερα πως θα ήταν πράξη που όπου νάναι θα ερχότανε η ώρα κι η στιγμή να κυριαρχεί στο νου και στο όνειρό μου.
Τον κοιτούσα. Και μετά τα ίδια αναζητούσα να διακρίνω πάνω στο κορμί της Τιτίκας που κράταγε στο κάθε χέρι κι ένα της παιδί και επέστρεφε για το μεσημεριανό φαγητό στο σπιτικό τους.
Την κοιτούσα ψαχουλεύοντας με το βλέμμα μου να δω αν υπήρχαν πάνω της ίχνη –αμυχές, μώλωπες, ξηλωμένο σε καίριο σημείο το μπικίνι… Ποιος ξέρει τι ακόμα;… Ίχνη που θα έδειχναν το πέρασμα ένας αρσενικού από τις θηλυκές καμπύλες.
Δεν τα ανακάλυψα ποτέ.
Κι άλλωστε εκείνο το καλοκαίρι –όπως όλα – γρήγορα τέλειωσε.
Δεν ασχολούμαι με τον αθλητισμό –δεν έμαθα τις μελλοντικές νίκες του Γιώργου.
Και για τη μόνη Τιτίκα που μπορεί κάποιος να μου μιλήσει, είναι αυτή του Βίκτωρα Ουγκώ.
Η άλλη χάθηκε –μαζί με την ελεύθερη ακρογιαλιά της πρώτης, πρώτης εφηβεία μου.
Περιστασιακά –πλέον- τη θυμάμαι… Την Τιτίκα, εννοώ.
Τι να έγινε; -Όχι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αναρωτηθεί.



 Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/titika/



12.7.16

Θα σου χαρίσω τον ήλιο

Τζάντυ Νέλσον
«Θα σου χαρίσω τον ήλιο»

Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Εκδόσεις Πατάκη


                                                    

Πρώτη δημοσίευση:
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/5503-tha-sou-xariso-ton-ilio

Οι Εκδόσεις Πατάκη εδώ και τριάντα χρόνια υποστηρίζουν τη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (literature for young adults) κυκλοφορώντας μυθιστορήματα ξένων κυρίως, αλλά και ελλήνων συγγραφέων που έχουν ως βάση τους την εφηβεία –πιο σωστά τη μετάβαση από την αρχή της εφηβείας στο τέλος της.
Μυθιστορήματα όπως αυτά των Κόρμιερ, Μπέρτζες, Φισκ, Πρέσσλερ, Έϊβι, Ντίκινσον κ.α. είδαν το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό και έλληνες λογοτέχνες και παράλληλα διαπλάτυναν το είδος εκείνο της λογοτεχνίας που το χαρακτηρίζουμε ως ‘μυθιστόρημα ενηλικίωσης’.
Οι νέες εκδοτικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει τον όρο cross over μυθιστόρημα. Στην ουσία -με τρόπο πλέον ξεκάθαρο- τα έργα που εντάσσονται κάτω από αυτή την εκδοτική πρόταση ασχολούνται με τον ψυχισμό της εφηβείας, ως μιας περιόδου που στιγματίζει το ενήλικο άτομο. Άρα μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον όχι μόνο ενός νεανικού κοινού, αλλά και του κάθε ενήλικου αναγνώστη. Παράλληλα δε αυτήν την θέση τους την υποστηρίζουν με μια γραφή που διαθέτει πληρέστατη λογοτεχνική επάρκεια και πολυσήμαντη δομική υπόσταση.
Συνεπείς σε αυτήν την πορεία υποστήριξης μιας τόσο δυναμικής λογοτεχνίας, οι Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν (σε μια ενδιαφέρουσα μετάφραση της Αργυρώς Πιπίνη) το μυθιστόρημα «Θα σου χαρίσω τον ήλιο» της Τζάντυ Νέλσον.
Η νέα αυτή συγγραφέας από τις ΗΠΑ έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 2011 με το μυθιστόρημα “The sky is everywhere” –και αυτό ανήκει στην κατηγορία των cross over μυθιστορημάτων- και αμέσως κέρδισε την εύνοια κοινού και κριτικών.
Την ίδια επιτυχία έχει και το δεύτερο βιβλίο της “Ill give you the sun”.
Σχετικά με την βασική υπόθεση του έργου, αντιγράφω από το site του εκδότη:

Η Τζουντ και ο δίδυμος αδερφός της, ο Νόα, είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Στα δεκατρία τους, ο κλειστός κι απομονωμένος Νόα, που ζωγραφίζει διαρκώς, ερωτεύεται το αγόρι της διπλανής πόρτας, ενώ η ριψοκίνδυνη Τζουντ σερφάρει στα κύματα του ωκεανού φορώντας κατακόκκινο κραγιόν και συνήθως μιλάει για λογαριασμό και των δυο τους.
Τρία χρόνια αργότερα, στα δεκάξι τους, η Τζουντ και ο Νόα έχουν αποξενωθεί. Μια απώλεια κι όλα τα μυστικά που είναι πλεγμένα γύρω και μέσα τους, έχουν διαλύσει τη ζωή των διδύμων με διαφορετικό τρόπο για το καθένα. Μέχρι που η Τζουντ θα γνωρίσει έναν αλαζονικό, απρόβλεπτο άντρα, ο οποίος θα αποτελέσει την απροσδόκητη νέα δύναμη που θα αλλάξει και πάλι τις ισορροπίες.
Ο Νόα διηγείται την ιστορία των πρώτων χρόνων. Η Τζουντ των κατοπινών. Αυτό που δε συνειδητοποιούν, είναι ότι καθένας γνωρίζει μόνο τη μισή ιστορία κι ότι αν έβρισκαν τον τρόπο να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, θα μπορούσαν να ξαναφτιάξουν τον κόσμο…

Η Νέλσον, λοιπόν –και στα δυο της μυθιστορήματα- δείχνει πως την απασχολούν δυο βασικά θέματα: οι αδελφικές σχέσεις και ο σεξουαλικός προσανατολισμός έτσι όπως διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας.
Παράλληλα και στα δυο της αυτά μυθιστορήματα δε διστάζει από τη μια να κάνει βαθιά εξερεύνηση σε συναισθήματα και σκέψεις των εφήβων και από την άλλη να χρησιμοποιήσει μια ιδιαιτέρως αισθαντική και πολυδύναμη γλώσσα –«Ευχόμαστε με τα χέρια μας, αυτό κάνουμε ως καλλιτέχνες».
Καλλιτέχνες, λοιπόν, οι ήρωες –ένας από τους κεντρικούς άξονες του μυθιστορήματος.
Αδέλφια παράλληλα –άρα και πιθανοί αντίζηλοι; Να, ένας ακόμα άξονας.
Ο δημιουργός την ώρα που γεννιέται, την στιγμή που συνειδητοποιεί το χάρισμα, όταν θα το υπερασπιστεί ή όταν θα το προδώσει.
Θα έλεγα πως αυτός είναι ο καμβάς που πάνω του η Νέλσον απλώνει το σχέδιο της, την ιστορία των δίδυμων Νόα και Τζούντυ.
Δυο έφηβοι που επειδή μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, εκφράζονται με εντελώς διαφορετικούς τρόπους.
Ο ένας θα προδίδει τον ανδρισμό του, η άλλη θα μετατρέπει την θηλυκότητα της σε επιθετική στάση.
Θα διεκδικούν με πάθος την μονομερή αγάπη της μητέρας, την ίδια ώρα που δε θα διστάζουν να θυσιάσουν ότι πλέον πολύτιμο έχουν και να το προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Γονική προστασία ή ευνουχισμός; Καλλιτεχνική έπαρση ή αδελφικός αλτρουισμός;
Αδιέξοδα που ίσως οδηγούν στην αυτοκτονία ή διέξοδοι που ανοίγουν νέες προοπτικές.
Η εφηβεία έτσι όπως αρχίζει και θα τελειώσει; Ή μπορεί η πορεία προς την ενηλικίωση να φέρει την ανατροπή;
Ερωτήματα που ο αναγνώστης τα παρακολουθεί μέσα από μια ενδιαφέρουσα δομή αφήγησης. Ο πρωτοπρόσωπος λόγος άλλοτε της Τζούντυ κι άλλοτε του Νόα, κάνει συνεχή άλματα στο χρόνο και έτσι βοηθά όχι μόνο να περικυκλωθεί η εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και να φωτιστεί με πολυδύναμες φωτοσκιάσεις.
Πολλά είναι τα πλεονεκτήματα τούτου του μυθιστορήματος.
Ας κρατήσουμε έστω και ένα –την ταύτιση μιας σύγχρονης μορφής αφήγησης με την ανάλυση μιας σημερινής έκφρασης νεανικών αναζητήσεων.
Με άλλα λόγια μια ολοκαίνουργια υλοποίηση cross over  μυθιστορήματος εφηβείας.


6.7.16

Η γυναίκα στη σκάλα

Μπέρνχαρντ Σλινγκ
«Η  γυναίκα στη σκάλα»
Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
Εκδόσεις Κριτική

                                          



 
http://fractalart.gr/i-gynaika-sti-skala/ - η πρώτη ανάρτηση



Μια γοητευτική γυναίκα. Ένας πίνακας που την απεικονίζει να κατεβαίνει γυμνή μια σκάλα. Η σχέση ανάμεσα στο πρόσωπο που απεικονίζεται και στο ίδιο το έργο Τέχνης.
Και τρεις άντρες να διεκδικούν –τον πίνακα ή το μοντέλο;
Ο ένας που έχει παραγγείλει τη δημιουργία του πίνακα.
Ο άλλος  που τον ζωγράφισε.
Ο τρίτος που μαγνητίστηκε.
Τέσσερα πρόσωπα να αναζητούν σχέσεις που τα συνδέουν και συνάμα τα απομακρύνουν.
Ένα ταξίδι στον προσωπικό χρόνο.
Μια πορεία αυτογνωσίας.
Όλα αυτά σε ένα μυθιστόρημα γραμμένο με μαεστρία και απλότητα.
Ο Μπέρνχαρντ Σλινγκ –γνωστός κυρίως για το μυθιστόρημα του «Διαβάζοντας στην Χάννα»- έχει δημιουργήσει μια μυθιστορηματική σύνθεση όπου η ερωτική έλξη άλλοτε υπηρετεί την ελευθερία και άλλοτε υποκύπτει στην υποταγή.
Η γυναίκα –το κεντρικό πρόσωπο- αποτελεί μια έκφραση της χαμένης αμφισβήτησης του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Κάποτε αφοσιώθηκε στην επανάσταση, αναζήτησε τρόπους να χρησιμοποιήσει ή τη δύναμη του χρήματος ή την επάρκεια της Τέχνης. Αποφάσισε στο τέλος να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια σε ορφανά παιδιά και να ζει απομονωμένη σε όρμο της Αυστραλίας.
Αλλά καθώς το βιολογικό της τέλος πλησιάζει, θέλει να επιβεβαιώσει τις επιλογές της ζωής της. Τα λάθη αυτών που έπραξε, τις ευκαιρίες που δεν τους έδωσε τη δυνατότητα να υλοποιηθούνε.
Και θα χρησιμοποιήσει την Τέχνη –το πορτραίτο της- για  να φέρει κοντά της τους τρεις άντρες που σημάδεψαν τη ζωή της.
Εκείνοι θα ακούσουν το κάλεσμά της. Ο ένας για να κερδίσει έστω και την τελευταία στιγμή ότι υλική κατοχή είχε στερηθεί. Ο άλλος για να επιβεβαιώσει πως δεν είναι μόνο ο δημιουργός του έργου αλλά και ο κύριός του.
Και οι δυο θα αποτύχουν.
Ο τρίτος μόνο θα αφουγκραστεί το κρυφό μήνυμα του πίνακα και θα θελήσει να ανιχνεύσει το κρυφό μονοπάτι που μπορεί να σε επαναφέρει στο παρελθόν και στη συνέχεια να σου χαρίσει τη δύναμη να ανασκευάσεις τη ζωή σου από την αρχή.
Το μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη –στο πρώτο περιγράφεται το ερωτικό τετράγωνο μιας νεότητας, στο δεύτερο φωτίζεται το ολοκληρωμένο παρόν, στο τρίτο θα είναι όπου θα εκραγεί η όποια σύμβαση και θα προταθεί  η αναθεώρηση μιας ολόκληρης ζωής.
Η αφήγηση γίνεται μέσα από την οπτική ματιά του τρίτου άντρα και τελικά θα είναι αυτός που θα διεκδικήσει και θα κερδίσει όχι μόνο τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και θα έχει την τύχη να υλοποιήσει την αναθεώρηση της ζωής του.
Χρησιμοποίησα πιο πριν τη λέξη ‘απλότητα’ για να περιγράψω την ουσία αυτού του έργου.
Στο τρίτο μέρος του έργου, υπάρχουν σελίδες όπου ο αφηγητής περιγράφει ως αληθινά γεγονότα, καταστάσεις που απλώς φαντάζεται. Κι αυτό γίνεται για να φανερωθεί πως τελικά ότι ζήσαμε  μπορεί να είναι κάτι που τυχαία είχε συμβεί. Μια άλλη απόφαση θα είχε φέρει μια άλλη εξέλιξη. Αυτή η τόσο κοινότυπη άποψη, έχει γραφτεί με μια τέτοια μαεστρία, έχει στηριχτεί σε τόσο καθημερινές φράσεις, που εν τέλει επιτυγχάνεται το ζητούμενο –να ξεχάσεις προς στιγμή ποια η αλήθεια και ποια η φαντασίωση. Να το
ξεχάσεις ή πιο σωστά να μη σε απασχολεί. Γιατί δεν είναι μοναχά η Τέχνη που προσφέρει την ηρεμία της ενδοσκόπησης, αλλά και η απόφαση να δεις με μια άλλη ελευθερία αυτό που δεν μπορείς να αλλάξεις.
Από μια σκοπιά αν δει κανείς τούτο το έργο, θα μπορούσε και να το χαρακτήριζε ως ένα σοφά πολιτικοποιημένο μυθιστόρημα. Η κριτική της αντίθεσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού κυκλοφορεί υπόγεια σε όλες τις σελίδες του  και επεμβαίνει στις καίριες αποφάσεις των κεντρικών προσώπων.
Μυθιστόρημα χαμηλόφωνο, στοχαστικό, απλό.
Πιστεύω πως η αναγνωστική απόλαυση του έλληνα αναγνώστη του πολλά οφείλει και στην μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού.


1.7.16

Τέσυ Μπάιλα "Άγριες θάλασσες"

http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/5408-agries-thalasses



Το ιστορικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη από τη μια την απόλαυση της ταύτισης με ήρωες που πριν από λίγα ή πολύ περισσότερα χρόνια είχαν υπάρξει και από την άλλη την δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές ιστορικών περιόδων όχι με μια κάπως άψυχη εξιστόρηση, αλλά με την ένταση της περιγραφής ενός γεγονότος από κάποιον που το έχει ζήσει.
Με άλλα λόγια, αν έτσι κι αλλιώς η λογοτεχνική αφήγηση είναι μια μεταφορά του αναγνώστη  από τη δική του ζωή στις ζωή ενός άλλου προσώπου, η ιστορική λογοτεχνική αφήγηση προσφέρει ακόμα κάτι περισσότερο – την ψευδαίσθηση πως ζήσαμε το χτες, το έχουμε αρκούντως γνωρίσει κι έτσι το σήμερα μπορούμε καλύτερα και να το κατανοήσουμε, αλλά και πλέον αποτελεσματικά –αν χρειαστεί- να του αντισταθούμε ή να το διαμορφώσουμε.
Η Ιστορία δημιουργεί μνήμη.
Ή μήπως η ανάγκη σύνθεσης μιας συγκεκριμένης  μνήμης συγγράφει την ιστορία;
                                                           *********
Ζούμε και ως άτομα και ως έθνος μια ιδιαιτέρως κρίσιμη μα και πικρή περίοδο.
Έχουμε ανάγκη από τη μια να κατανοήσουμε το τι έχει στο παρελθόν συμβεί και από την άλλη να στηριχτούμε σε αυτό το παρελθόν για να  ελπίσουμε σε ένα ευτυχέστερο μέλλον.
Όταν οι λαοί αισθάνονται ανασφαλείς επιστρέφουν στις ρίζες τους. Ανάλογα με το ήθος και το ύφος του δρόμου επιστροφής, άλλοτε μετατρέπονται σε συντηρητικές κοινωνίες, άλλοτε σε αυτοθαυμαζόμενες ολιγομελείς ή μη ομάδες, κάποτε, κάποτε επιτρέπουν σε μέλη τους  να αναλογιστούν τα λάθη και να προτείνουν  διορθωτικές κινήσεις.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφεται από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς ανθεί εκδοτικά.   Το αν η ανθοφορία αυτή συνυπάρχει με μια ουσιαστική ενδοσκόπηση και δεν προτρέπει προς μια εσωστρεφή απομόνωση, είναι κάτι που πολλούς προβληματίζει, αλλά ελάχιστους απασχολεί.
                                                        ***********
Ιστορικό, λοιπόν, μυθιστόρημα γραμμένο από σημερινούς συγγραφείς.
Από αυτούς οι περισσότεροι δεν έχουν μια προηγούμενη θητεία στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Οι περισσότεροι γράφανε κοινωνικά ή και ερωτικά μυθιστορήματα και μέσα στα πλαίσια των συνθηκών που πιο πάνω έχω αναφέρει, ενδύσανε κοινωνικά πάθη και σωματικούς καημούς με ιστορικά ενδύματα.
Η Τέσυ Μπάιλα ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία;
Το «Άγριες Θάλασσες» είναι το έκτο της μυθιστόρημα και το πρώτο που αγγίζει –προσωπικά αυτό θεωρώ πως είναι- το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Συγγραφικά, αφού πρώτα ανίχνευσε με τα δυο πρώτα της έργα τις ψυχολογικές και ερωτικές ανάγκες κάποιων προσώπων, στη συνέχεια  -με τα δύο επόμενα έργα της και τα οποία την έκαναν ιδιαιτέρως γνωστή και αναγνωρίσιμη-  αναζήτησε το πώς τα ατομικά οράματα πορεύονται μέσα στην ιστορία. Οι ήρωες αυτών των έργων της αν και επηρεάζονται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν συμμετέχουν στην διαμόρφωση τους.
Τώρα, με το τελευταίο της αυτό πόνημα, φέρνει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας της να συμμετέχουν στον τρόπο που διαμορφώθηκε η πορεία των αποφάσεων  που άλλοι –ανώτεροι- είχαν πάρει.
Με άλλα λόγια, η Τέσυ Μπάιλα αποφάσισε να γράψει 

21.6.16

Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια μοναχική υπόθεση. Όπως άλλωστε και η συγγραφή της. Μόνος είναι ο συγγραφέας όταν γράφει το μυθιστόρημά του, μόνος και ο αναγνώστης όταν θα το διαβάσει. Αλλά μετά… Μετά η ανάγνωση του κάθε αναγνώστη είναι όμορφο να ‘συνομιλεί’ με τις αντίστοιχες αναγνώσεις άλλων αναγνωστών. Αυτή την συνομιλία προσφέρει μια Λέσχη Ανάγνωσης. Τα θέματα μα και τα συναισθήματα που ο κάθε αναγνώστης γνώρισε όσο καιρό διάβαζε κάποιο μυθιστόρημα, έρχονται να ενωθούν με τις σκέψεις και τις ιδέες άλλων αναγνωστών. Και ξαφνικά ένα μυθιστόρημα γίνεται η ευκαιρία να δημιουργηθούν γνωριμίες, φιλίες, νέοι προβληματισμοί.  Μια ευκαιρία να συναντηθούν άνθρωποι με παρόμοια ενδιαφέροντα –να τι είναι μια Λέσχη Ανάγνωσης

Υπάρχουν πολλές. Πόσες ακριβώς δεν ξέρω. Κάποτε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου τις είχε καταγράψει. Λέσχες που άλλες ασχολούνται με τη ελληνική ή τη ξένη λογοτεχνία, άλλες με το ιστορικό μυθιστόρημα, άλλες με το αστυνομικό… Λέσχες παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, λέσχες για παιδιά. Νομίζω πως και σε κάποια Κέντρα Απασχόλησης Ηλικιωμένων λειτουργούν. Λέσχες που τις φιλοξενούν φορείς, Δήμοι, σωματεία, βιβλιοπωλεία. Λέσχες που τις αποτελούν φίλοι από παλιά, άλλες πάλι που στάθηκαν αφορμή να ξεκινήσουν νέες φιλίες.
Το βιβλιοπωλείο του ΙΑΝΟΥ είναι στο κέντρο της Αθήνας. Παράλληλα είναι  ένα από τα πιο μεγάλα και ενημερωμένα βιβλιοπωλεία της πόλης μας. Λογικό είναι να υποθέτω πως οι πλέον ουσιαστικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας μας περνάνε τακτικά από τους χώρους του ΙΑΝΟΥ. Θέλω να βοηθήσω αυτοί οι απαιτητικοί αναγνώστες –εννοώ εκείνους που αναζητούν την καλή λογοτεχνία και θέλουν να μοιραστούν με άλλους τις απόψεις και τις συγκινήσεις τους- να έχουν την ευκαιρία δυο φορές το μήνα να συναντιόνται. Κι όλοι μαζί να μιλάμε για τις μεγάλες μας αγάπες –τα μυθιστορήματα που εμπλουτίζουν την καθημερινότητά μας.

Όπως ξέρετε, έχουμε αποφασίσει οι συναντήσεις των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης να γίνονται δυο φορές το  μήνα. Κι αυτό γιατί ακόμα κι αν κάποιο μέλος δε θα έχει προλάβει να ολοκληρώσει την ανάγνωση και των δύο μυθιστορημάτων, θα θέλει να ακούσει τις γνώμες των άλλων για αυτό.  Με άλλα λόγια θέλω τα μέλη αισθανθούν πως δυο φορές το μήνα ‘βλέπονται’ με φίλους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Και έτσι θα περιμένουν με αγωνία την κάθε συνάντησή μας. Σκέφτομαι, μάλιστα να προτείνω μια φορά το μήνα, μετά το τέλος της συνάντησής μας στον ΙΑΝΟ, να συνεχίζουμε –όσοι, βέβαια, θα μπορούν-

Για δέκα συνεχόμενα χρόνια υπήρξα υπεύθυνος μιας Λέσχης Ανάγνωσης σε μεγάλη βιβλιοθήκη του Πειραιά. Εγώ τη ξεκίνησα και θυμάμαι πως την πρώτη χρονιά ενώ περιμέναμε γύρω στα 5 με έξι άτομα  να εγγραφούνε, ήρθαν γύρω στα 12 και προτού κλείσει εκείνη η πρώτη περίοδος, είχαν φτάσει να συμμετέχουν πάνω από 15. Τα επόμενα χρόνια συνεχώς ο αριθμός των μελών και αυξανότανε και ολοένα και νέα πρόσωπα ερχόντουσαν. Φτάσανε τα εγγεγραμμένα μέλη να είναι 40 και πιστέψτε με είναι πολύ δύσκολο να συντονίζεις για δύο ώρες τόσα άτομα και να τους δίνεις την ευκαιρία να εκφράζονται όποτε τα ίδια το θελήσουν. Από αυτό και η καλύτερη εμπειρία μου –τόσοι άνθρωποι να σε εμπιστεύονται και να σε αγαπούν. Τρεις με τέσσερεις φορές το χρόνο βγαίναμε και έξω και πολύ συχνά ήταν μαζί μας και ο έλληνας συγγραφέας του βιβλίου που πριν από λίγο συζητούσαμε μαζί του.  Τώρα αν υπάρχει χειρότερη εμπειρία… Δεν ξέρω ίσως είναι εκείνη που είχε να κάνει με κάποιο άτομο που ήθελε να μιλά συνέχει και να διαβάζουμε μόνο τα βιβλία που εκείνο ήθελε. Χειρότερη με την έννοια πως τελικά δεν κατάφερα να το εντάξω στην ομάδα. Έφυγε.



Πάντα γράφω. Συνέχεια. Γράφω και διαβάζω. Και πειραματίζομαι σε αναγνώσεις και γραφές. Τώρα ασχολούμαι με ένα εμβληματικό ήρωα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας. Ψάχνω να δω τρόπους να τον πλησιάσω με τις ανάγκες ενός ανθρώπου της εποχής μας. Παράλληλα, μέσα στο φθινόπωρο κυκλοφορεί το νέο μου μυθιστόρημα. Μπορώ να σας πω τον τίτλο –«Αμαρτωλή Πόλη». Μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Το θεωρώ ένα καθαρόαιμο crossoverμυθιστόρημα γραμμένο μέσα στην επώδυνη γνώση αυτών των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.