16.2.17

Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας


Νίκη Κάντζου – Φιλλιώ Νικολούδη

«Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας»
Έκδοση «Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης»


    
Καθώς το θέμα των προσφύγων που συνεχώς φτάνουν στη χώρα μας παραμένει πάντα έντονα πικρό και ιδιαίτερα σκληρό και καθώς μέρος της ελληνικής  κοινωνίας (ευτυχώς μικρό, μα σίγουρα επικίνδυνα δυναμικό) στέκεται με μια αρνητική διάθεση απέναντί στους ανθρώπους αυτούς που έχουν χάσει τα πάντα, η έκδοση βιβλίων που πλησιάζουν τον τρόπο ζωής των προσφύγων και κυρίως των παιδιών, αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία και είναι υποχρέωση όλων μας να βοηθήσουμε την διάδοσή τους.
Μια τέτοια έκδοση είναι και το βιβλίο αυτό.
Γραμμένο από δυο εκπαιδευτικούς που αντιμετωπίζουν την εκπαιδευτική πράξη ως μία , με την πλατιά έννοια του όρου, πολιτική παρέμβαση, διαθέτει και το απαραίτητο συναισθηματικό φορτίο ώστε να αγγίξει τους μικρούς αναγνώστες του, αλλά και μια ποικίλη και ενδιαφέρουσα πρόταση δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών.
Με το εύρημα μιας βαλίτσας που συμβολίζει την ταυτότητα κάθε άνθρωπου, με μια σειρά εικόνων που έχουν ζωγραφιστεί από μαθητές Νηπιαγωγείων, αλλά και με φωτογραφίες όπου συνδέουν ιστορικά γεγονότα του χτες με τα όσα σήμερα συμβαίνουν, το «Τι θα πάρω μαζί μου φεύγοντας» είναι ένα πολύτιμο βοήθημα στον κάθε ενήλικο που θέλει να ευαισθητοποιήσει τις γενιές του αύριο πάνω στο διαχρονικό πρόβλημα της προσφυγιάς.
Σύμφωνα με αυτές τις σκέψεις, αποδέχτηκα να είμαι ένας από τους παρουσιαστές της έκδοσης και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κράτησα στα χέρια μου και με ειλικρινή συγκίνηση κατέγραψα τα παρακάτω κείμενο:
              
Πρέπει να ήταν στα πρώτα μου χρόνια στο Γυμνάσιο όταν αποφάσισα κι εγώ να ακολουθήσω το παράδειγμα άλλων συμμαθητών και συμμαθητριών μου και να φτιάξω ένα Λεύκωμα και να ζητούσα από φίλους και γνωστούς  να απαντήσουν –κι εκείνοι όπως κι εγώ- στις ερωτήσεις που εκεί μέσα θα είχα γράψει.
Ανάμεσα στις ερωτήσεις που με πολύχρωμα και καλλιγραφικά γράμματα είχα σχεδιάσει ήταν και αυτή – «Τι θα πάρετε μαζί σας φεύγοντας για μακρινό ταξίδι;»
Οι φίλοι και οι γνωστοί που απαντήσανε, έγραψαν ο καθένας λίγα ή περισσότερα αντικείμενα –το κουκλάκι μου, το βιβλίο μου, τη φωτογραφία της καλής μου, το δώρο του πατέρα μου στα πρώτα μου γενέθλια κλπ. Κάποιοι περιγράψανε αφηρημένες ιδέες –τις αναμνήσεις μου, το τραγούδι της αγάπης μου, τις εικόνες όσων αγαπώ…
Εγώ…
Εγώ δεν απάντησα ποτέ σε αυτή την ερώτηση. Όχι γιατί δεν είχα κάτι που θα ήθελα να έπαιρνα μαζί μου, αλλά γιατί ήταν τόσα πολλά αυτά που δεν μπορούσα να σκεφτώ πως έστω και ένα τους θα ήμουνα αναγκασμένος να αποχωριστώ.
Και –θυμάμαι – πως είχα σκεφτεί ότι οι φίλοι με πολύ άνεση είχαν δώσει τις απαντήσεις τους. Με άνεση;… Με επιπολαιότητα μάλλον!
Να διαλέξεις από ότι συνθέτουν μια ζωή, κάποια μόνο!
Δεν είναι απλό, μήτε εύκολο. Ίσως αδύνατο!
Αυτά όλα σκέφτηκα καθώς διάβασα σε μια σελίδα αυτού του βιβλίου που γράψανε η Νίκη Κάντζου και η Φιλιώ Νικολούδη την εντολή της μητέρας:
«Ξεκινήστε να μαζεύετε τα πράγματά σας!  Ο καθένας θα πάρει μόνο μια βαλίτσα»
Και μια, δυο σελίδες παρακάτω, είδα πως όπως τότε εγώ είχα αναρωτηθεί το τι θα έπαιρνα μαζί μου, το ίδιο αναρωτήθηκε και η μικρή πρωταγωνίστρια της ιστορίας  η Nur.
Αλλά αν εγώ τελικά δεν είχα αποφασίσει γιατί ασφαλώς δεν είχε χρειαστεί να πιέσω τον εαυτό μου να κάνει τις επιλογές του, η μικρή Nur  έπρεπε να κάνει τις δικές της – είναι πρόσφυγας.
Και επέλεξε λίγο χώμα, ένα βότσαλο, μια πάνινη κούκλα…
Επέλεξε μνήμες που πάνω τους θα στήριζε την προσωπικότητά της καθώς θα μεγάλωνε. Την προσωπικότητά της, την ταυτότητά της.
Την ίδια στιγμή, φαντάζομαι πως ο πατέρας και η μητέρα στις δικές τους βαλίτσες πρώτα θα παραχώνουν ζεστά ρούχα για τα παιδιά τους και για εκείνους, κοσμήματα και χρήματα για να μπορέσουν αντιμετωπίσουν τις βιολογικές  τους  ανάγκες  και τις απαιτήσεις κάποιων που διόλου αφιλοκερδώς θα προσφερθούν να τους βοηθήσουν στο μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς.
Πικρός ο δρόμος της προσφυγιάς. Άγριος. Το ίδιο πικρός και το ίδιο άγριος και για έναν ενήλικα και για ένα παιδί.
Αλλά με διαφορετικό τρόπο βιώνει την πίκρα  ο ένας και με διαφορετικό ό άλλος.
Αυτό σκέφτομαι καθώς παρακολουθώ, σελίδα τη σελίδα τις βαλίτσες των ανθρώπων (τις ψυχές τους δηλαδή) να προσπαθούν να ξεπεράσουν δυσκολίες, να επιβιώσουν.
Και να που πάλι σταματώ την ανάγνωση και μια άλλη ανάμνηση με κυριεύει.
Και οι δυο γονείς μου ήταν σμυρνιοί. Και οι δυο ήρθαν πρόσφυγες μετά την μικρασιατική καταστροφή.
Παλικαράκι ο πατέρας μου, πεντάχρονο κοριτσάκι η μητέρα μου.
Και ήταν εκείνη που εγώ –στα δικά μου πέντε και έξι και επτά χρόνια- την άκουγα να μου αφηγείται για το λιμάνι της Σμύρνης και τις φλόγες που κάνανε μέρα καρβουνιασμένη τη νύχτα και το βαπόρι που τους έπαιρνε μακριά από την πολιτεία που η φωτιά την ρήμαζε.
«Και το σπίτι σας κάηκε;» την ρωτούσα εγώ.
«Κάηκε!» μου απαντούσε η μητέρα.
«Και όλα σου τα παιχνίδια;»
«Όλα…»
«Κι όλα σου τα ρούχα;»
«Όλα! Μόνο το φορεματάκι που φορούσα… Ακόμα και το βρακάκι μου έχασα μιας και είχε σπάσει το λάστιχο και ολοένα μου έπεφτε στα πόδια!»
Γούρλωνα τα μάτια και ανατρίχιαζα.
Στη θέση της μητέρας μου προσπαθούσα να  μπω. Ίσως έτσι πιο πολύ να την αγαπούσα. Να κατάφερνα να την αγαπήσω τόσο όσο εκείνη αγαπούσε εμένα.
Μα ξαφνικά θυμόμουνα κάποιες άλλες αφηγήσεις της.
«Και το αρνάκι που τις άλλες μου είχες πει πως το είχατε από το Πάσχα και πως ο πατέρας σου είχε κάνει το χατίρι και δεν το είχε σφάξει… Αυτό το αρνάκι, η Κικίτσα, τι έγινε;» ρωτούσα κι ενώ ήξερα την απάντηση, έπρεπε να την ακούσω για να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της καταστροφής, το δράμα του πρόσφυγα.
«Κάηκε…» σιγανά έλεγε η μητέρα κι ήταν σαν να απολογιότανε που ενώ εκείνη είχε σωθεί, το αρνάκι της είχε πεθάνει.
Κάηκε!

Λοιπόν, μέσα στην ψυχή ενός πεντάχρονου, επτάχρονου αγοριού όλο το δράμα της μικρασιατικής  καταστροφής το περιέγραφε ένα βρακάκι που του είχε σπάσει το λάστιχο και ένα αρνάκι που είχε καεί μέσα στην αυλή σπιτιού μιας συνοικίας  κοσμοπολίτικης  πολιτείας.
Τόσο απλός, τόσο μικρός, τόσο βαθύς ο τρόπος που ένα παιδί συλλαμβάνει το νόημα των γεγονότων.
Εκείνη η Κικίτσα ίσως είναι για μένα το θεμέλιο που πάνω του έστησα την ιδεολογία μου –όχι βία, όχι ξεριζωμός. Όχι προσφυγιά.
Σε ένα σημερινό παιδί τον ίδιο κεντρικό, θεμελιώδη ρόλο μπορεί να παίξει μια βαλίτσα που μέσα της ένα κορίτσι πρόλαβε να παραχώσει γιασεμί και αρμπαρόριζα, χρώματα για να ζωγραφίζει τα όνειρά της…

Η ιστορία της μητέρας μου έγινε κάπου στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.
Η ιστορία της  Nur συμβαίνει στα πρώτα χρόνια του 21ου.
Δεν άλλαξαν οι καιροί; Δεν άλλαξαν οι άνθρωποι;
Δεν ξέρω…
Διαβάζω τον Σεφέρη…

…Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
   τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος…

Είμαι –τολμώ να είμαι αισιόδοξος.
Κι αυτό γιατί εκείνη την πίκρα του αποχωρισμού  που κάποιο παιδί άκουγε μια μητέρα να του την αφηγείται, τώρα την ίδια πίκρα τη διαβάζουν πολλά παιδιά - μιλώ με παραμύθια και παραβολές!
Κι ακόμα –κυρίως αυτό- υπάρχουν άνθρωποι που σκύβουν και προσφέρουν σε ένα κοριτσάκι ένα βρακάκι με γερό λάστιχο, και  την βαλιτσούλα με τις αναμνήσεις του φροντίζουν να μη χαθεί, αλλά πάντα δίπλα του να υπάρχει.
Μνήμη και ταυτότητα –αυτά που παίρνει κανείς μαζί του στην προσφυγιά.

Πρώτη ανάρτηση:

http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/10941-ti-tha-paro-mazi-mou-feygontas-parousiasi-tou-vivliou-tou-manou-kontoleon

30.1.17

"Αμαρτωλή Πόλη" στο bookia.gr



Γράφει η Ηρώ Παπαμόσχου

http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=212245-1

Βιβλίο συγκλονιστικό και καλογραμμένο. Που δεν αφήνει τον αναγνώστη να το παρατήσει πριν το τελειώσει.

Σκληρό και ευαίσθητο συνάμα. Δεν είναι απλώς βιβλίο ενηλικίωσης όπως γράφει ο συγγραφέας. (εκτός κι αν πρέπει να ενηλικιωθούν και οι ήδη ενήλικες)

Είναι βιβλίο δυνατό, που χτυπά το κατεστημένο, που δεν φοβάται την αλήθεια όσο σκληρή κι αν είναι, που μπαίνει βαθιά μέσα στα πιο άγρια ένστικτα που επιμελώς κρύβονται, που περιγράφει χωρίς δισταγμό το σημερινό χάλι της πατρίδας μας και ιδιαίτερα την αγωνία της νεολαίας.

Με πρωταγωνίστρια την έφηβη Στεφανία, κόρη μιας αστικής οικογένειας που η κρίση την χτυπά ανελέητα κι όλα αναποδογυρίζονται, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πτώση, την αγωνία, την απόγνωση της νεολαίας και όχι μόνο. Μέσα από τις τραγικές εμπειρίες της μέχρι τότε ξένοιαστης Στεφανίας ξεσκεπάζονται όλα τα δεινά που καταρρακώνουν οικογένειες και ανθρώπινες υπάρξεις. Ο πόνος, η αγανάκτηση, η κατάπτωση, ο θάνατος, ο θυμός κυριεύουν την καθημερινότητα.

Μέσα σ’ αυτή την ερεβώδη ατμόσφαιρα η Στεφανία αποφασίζει με κάθε τρόπο να επιζήσει  και να στηρίξει τον εξευτελισμένο από τη φτώχεια πατέρα της. Στα γρανάζια μιας ανελέητης βιοπάλης  βιώνει την πίκρα, την απόγνωση τον έσχατο εξευτελισμό,  την χυδαιότητα….Και τρέχει…τρέχει για να ξεφύγει  από τον  τελευταίο διώκτη της, τρέχει να ανταμώσει τον έρωτά της, τρέχει να ξαναβρεί την χαμένη της αξιοπρέπεια….

Σ’ αυτήν την σκληρή πραγματικότητα μια περιρρέουσα τρυφερότητα έρχεται να απαλύνει το κλίμα. Μια τρυφερότητα που ξεπηδάει από την καλοσύνη του ιδιόμορφου και παρεξηγημένου Τονίνου , κι από τα κόκκινα μαλλιά της Στεφανίας.

Μια ανάσα αισιοδοξίας αναδύεται  στο τέλος , σαν κάποιο φως για μια καινούργια άνοιξη… Ίσως

20.1.17

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης: γεφυρώνοντας το χάσμα
Της Γεωργίας Γαλανοπούλου //




Λέγεται πως το μήνυμα βρίσκεται στη συσκευασία. Έτσι κι εδώ. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η απεικόνιση νεαρής γυναίκας, με μάτια βουρκωμένα, στραμμένα στην οθόνη ενός κινητού. Στο πάνω μέρος, απόλυτος και κατηγορηματικός, κυριαρχεί ο τίτλος: Αμαρτωλή Πόλη. Και κάτω-κάτω δεξιά, μέσα σε διακριτικό πλαίσιο η σήμανση: Καμία Λογοκρισία, Λογοτεχνία Crossover. Σε συνδυασμό, τίτλος και εικόνα λειτουργούν απροκάλυπτα ως πομπός για να στείλουν αστραπιαία το σήμα: Η «αμαρτωλή πόλη» ευθύνεται για τα υπερχειλίζοντα δάκρυα του κοριτσιού. Μια δεύτερη ματιά στο φιλοτεχνημένο από το Φώτη Πεχλιβανίδη περίβλημα είναι καταλυτική για την πρόσληψη του αμέσως επόμενου μηνύματος, το οποίο προκύπτει διαμέσου συσχέτισής του με τα κόμικς, ίσως και τη γραφιστική νουβέλα, είδη-εκφραστές των κοινωνικών  προβληματισμών ενός νεανικού κοινού, συνήθως μη πολιτικοποιημένου. Σ’ ένα τέτοιο κοινό-προφανέστατα και όχι μόνον- απευθύνεται με το νέο του βαθυστόχαστο και αφυπνιστικό μυθιστόρημα ο Κοντολέων, έχοντας κατά νου, βεβαίως, και τους ενήλικες μόνιμους αναγνώστες του.  Άλλωστε, η σήμανση crossover αυτό προσδιορίζει: Το μυθιστόρημα που διασχίζει την ηλικιακή απόσταση ανάμεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση προσδοκώντας να αναγνωστεί τόσο από νέους όσο κι από τις πιο ώριμες ηλικίες.                                 Το crossover, επίσης γνωστό ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης, είναι ένα είδος που κατέχει καλά ο Κοντολέων και το οποίο μας πρωτοπαρουσίασε τη δεκαετία του 90 με τη Γεύση Πικραμύγδαλου, αλλά και το βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστόρημα Μάσκα στο Φεγγάρι.  Έχοντας ήδη γράψει βιβλία για παιδιά, εφήβους αλλά και ενήλικες, είχε ίσως από τότε παρατηρήσει το χάσμα ανάμεσα στο avant-garde περιβάλλον της ενήλικης λογοτεχνίας και τις συντηρητικά καθορισμένες κατευθυντήριες γραμμές των βιβλίων για μικρές και μεσαίες ηλικίες. Στο νέο βιβλίο του, επιχειρώντας να γεφυρώσει περεταίρω το χάσμα, ενσωματώνει στη γραφή του  γλωσσικά στοιχεία φιλικά και οικεία προς τη νεολαία, απελευθερώνει την αφηγηματική τεχνική του από παραδοσιακές συμβάσεις, ενώ συχνά εκλαϊκεύει το λόγο του χωρίς ωστόσο να τον εκχυδαΐζει. Εστιάζει στη μέση οικογένεια, στους καθημερινούς ανθρώπους, σε χαρακτήρες με ιδιαιτερότητες, πάθη και αδυναμίες. Με την ψυχή στο στόμα, μα κι επικριτικά κάποτε, τους παρακολουθεί να ακροβατούν στην άκρη του γκρεμού ή να περνούν μέσα από τα επικίνδυνα στενά της ανεξέλεγκτης παραβατικότητας, της βίας, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, του φόβου που μεταμορφώνεται σε θυμό και αυτοκαταστροφική μανία. Καταστάσεις σκληρές για αλλοτινές εποχές σε σχέση με τα νεανικά βιβλία. Ωστόσο, ταμπού σαν κι αυτά είναι πλέον ξεπερασμένα από τους ίδιους τους νέους, διευκολύνοντας ακόμη περισσότερο τη διαγενεακή διέλευση της λογοτεχνίας από την ενήλικη στην εφηβική και αντίστροφα μέσω της κατηγοριοποίησης crossover.                                                                                                     Ο λόγος για την Αμαρτωλή Πόλη και το επαναλαμβανόμενο ρητορικό ερώτημα του παντογνώστη αφηγητή, που πλανάται σε όλη σχεδόν την έκταση του βιβλίου. ‘Πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Μήπως είναι οι κάτοικοί της που αφού πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;’ Και τι είναι εντέλει η αμαρτία; ‘Είναι η αδικία’, μας λέει αρχικά ο αφηγητής σαν να βαδίζει ψάχνοντας, σαν να προσκαλεί τον αναγνώστη να ψηλαφίσει κι αυτός μαζί του, να σκεφτεί ανάμεσα σ’ εκείνο που σήμερα ο κοινός νους εκλαμβάνει ως βαρύ ηθικό ή θρησκευτικό ‘παράπτωμα’ και αυτό που ερμήνευαν ως αμαρτία προγενέστεροι, ανάλογα με τις εκάστοτε αντιλήψεις. Κι εκεί κάπου ανάμεσα στις τελευταίες 50 σελίδες, και έχοντας διασχίσει ήδη πάνω από τριακόσιες, με βεβαιότητα αποφαίνεται ο αφηγητής: ‘Αμαρτία μπορεί να σημαίνει και αδικία. Μπορεί παραπλάνηση. Ένα κάποιο-μοιραίο-λάθος’. Στεκόμαστε στο αρχαιοελληνικό ‘λάθος’. Από τη στιγμή που θα διαπραχθεί, ακούσια ή εκούσια, μας λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική, μια αλυσίδα αναπόφευκτων γεγονότων ενεργοποιείται με αποτέλεσμα τη δυστυχία του τραγικού ήρωα ως και την τελική του πτώση. Έτσι κι εδώ. Το πρώτο λάθος οδηγεί στο δεύτερο, περνά αλυσιδωτά στο επόμενο, ο έλεγχος χάνεται, η ανωριμότητα υπερισχύει, ενώ οι ήρωες, από το ψηλό σκαλί που κάποτε βρίσκονταν κατακρημνίζονται στο τελευταίο.                                                                             Η πόλη, αν και σκόπιμα δεν κατονομάζεται, μας είναι γνώριμη και δεν εκπλήσσει. Είναι η παρηκμασμένη Αθήνα και κατ’ επέκταση ολόκληρη η χώρα της χρεωκοπίας και της εγκατάλειψης, των κλειστών καταστημάτων, των διαλυμένων οικογενειών, των οικονομικά κατεστραμμένων, των θυμωμένων πολιτών στους δρόμους και τις πλατείες. Οι αναθυμιάσεις της δυσοσμίας της, αλλά και της ανασφάλειας που αυτή εκπέμπει, διηθίζονται σε κάθε γωνιά της, διεισδύουν στα σπίτια, διαποτίζουν τις ζωές των πολιτών, γκρεμίζουν αξίες, ματαιώνουν όνειρα και απηχώντας στίχους από το εμβληματικό ποίημα του Άλλαν Γκίνσμπερκ (στην προμετωπίδα) , μετασχηματίζονται σε Ουρλιαχτό. Σ’ αυτό το ζοφερό- και καθόλου επίπλαστο- περιβάλλον τοποθετεί ο Κοντολέων τους ήρωές του, άλλους σε καλύτερη κι άλλους σε χειρότερη μοίρα, άλλους ν’ αφήνουν τον τόπο για να σπουδάσουν έξω, άλλους να διαλύουν την οικογένεια γιατί δεν αντέχουν να ζουν στη μιζέρια, άλλους να παγιδεύονται στη φτώχεια και την απραξία, άλλους να εκδίδονται για να τα βγάλουν πέρα ή να μετατρέπουν το θυμό και το φόβο τους σε όπλο κατά του εαυτού τους. Φοβισμένοι άνθρωποι και θυμωμένοι. Θύτες και θύματα, πολίτες μιας παρηκμασμένης πόλης.
Έξι είναι οι βασικοί ήρωες και οι πέντε από αυτούς διαπράττουν σφάλματα, κουβαλούν αμαρτίες δικές τους ή αυτές που τους φόρτωσαν κάποιοι άλλοι. Ο αφηγητής-συγγραφέας τους παρακολουθεί να ταλανίζονται βήμα-βήμα και αναμοχλεύοντας το παρόν με το παρελθόν τους, ξεσκεπάζει τις αδυναμίες τους, φωτίζει τις ιδιαιτερότητές τους, εστιάζει στην ανεπάρκειά τους να προσαρμοστούν στη νέα τάξη πραγμάτων. Σχολιάζει, στηλιτεύει, συμπαρίσταται και συμπονά ο αφηγητής, ενώ διαρκώς αμφιταλαντεύεται πάνω από την αμφιμονοσήμαντη απεικόνιση της πόλης-χώρας και των καθημαγμένων πολιτών-ηρώων του που την κατοικούνε.  Εντέλει, τα βάρη θα ριχθούν στην πόλη. Όχι άμεσα, μήτε από τον ίδιο τον αφηγητή, αλλά δια στόματος του νεαρού Τονίνο, ενός ήρωα, που παρά τις αδυναμίες του, στο τέλος αναδύεται ως ο θαρραλεώτερος όλων. ‘Ένοχοι και αθώοι όλοι μας’ αποφαίνεται. ‘Την αμαρτία χρέωσέ την στην πόλη!’

Πρώτη δημοσίευση:
http://fractalart.gr/amartwli-poli/
19 Ιανουαρίου 2017

22.12.16

Αμαρτωλή Πόλη -Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις

Παραβιάσεις και μεταμορφώσεις στην Αμαρτωλή πόλη του Μάνου Κοντολέων

Από την Βίκυ Πάτσιου



Το έργο του γνωστού και καθιερωμένου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων, που διανύει στα γράμματά μας μία γόνιμη πορεία σχεδόν σαράντα ετών (τα πρώτα του βιβλία κυκλοφόρησαν το 1979) θέτει πολλά ερευνητικά ερωτήματα, μεταξύ άλλων, σχετικά με την έννοια της «ιστορικότητας» της ανάγνωσης, της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου και του λογοτεχνικού κανόνα, ενώ συνολικά μας επιβάλλεται όχι μόνο με τον όγκο και την ποιότητά του, αλλά και την ευρηματική ή και αμήχανη, για τους ειδικούς, παραδοξότητα να διαβάζεται από ενηλίκους, εφήβους και παιδιά. Το έργο του διαβάστηκε από πλήθος νέων και ενηλίκων αναγνωστών, βραβεύτηκε από πολλούς φορείς, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο και γνώρισε διαδοχικές επανεκδόσεις.

Πότε και ποιοι διάβασαν/διαβάζουν το έργο του; Ποιο είναι το διαφορετικό νόημα που κάθε φορά του αποδίδεται και πόσο αυτό επηρεάζεται από το ιδεολογικό κλίμα της εποχής; Η ελευθερία του αναγνώστη είναι απεριόριστη ή ακολουθεί, έως ένα βαθμό, τις αντικειμενικές ιδιότητες που ορίζει η επιφάνεια των λέξεων; Ποια είναι τα όρια της γραφής και η σχέση τους με το θέμα που επιλέγεται; Ίσως, κανένας άλλος συγγραφέας, από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά, δεν έθεσε ιστορικά τόσα ερωτήματα για τα όρια του αναγνωστικού κοινού και τον προσδοκώμενο αναγνώστη, τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία, τους τρόπους έκφρασης και την υπονόμευσή τους με τον τρόπο, τη διαύγεια αλλά και την επιμονή που τα έθεσε ο Μάνος Κοντολέων.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα η Αμαρτωλή πόλη, με τις προφανείς διακαλλιτεχνικές συνδηλώσεις της, παραπέμπει στον σκοτεινό λαβύρινθο της αστικής μεγαλούπολης που συνδέεται παρηγορητικά ή και αντιστικτικά με τα περίχωρα και την εξοχή, τον χώρο όπου τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα επουλώνουν ή αντιμετωπίζουν τα τραύματά τους. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Στεφανία, δεν αποτελεί μια τυπική γυναικεία φωνή , αλλά μια ξεχωριστή φωνή κοριτσιού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στη λογοτεχνική εκφορά και την αναπαράσταση του αφηγηματικού υποκειμένου: έχουμε να κάνουμε με μια ανώριμη ωριμότητα και μια φωνή που γίνεται κραυγή σε ένα κόσμο που καταρρέει.

H συγκεκριμένη ηρωίδα μας προσφέρει μια προνομιακή θέα του γιατί ή για ποιον γράφει κανείς, καθώς αναπτύσσει ή εκθέτει ένα λόγο για τη βιωμένη της εμπειρία που αποσταθεροποιεί δραστικά τους καθιερωμένους λόγους περί κανονικότητας, που συνήθως συνοδεύουν την πορεία προς την ενηλικίωση και την κοινωνική ένταξη. Στη διαδρομή της η ηρωίδα πραγματοποιεί μια πολλαπλή παραβίαση, καθώς καταπατά τα όρια του επικίνδυνου και του απαγορευμένου και συναντά αλλόκοτα πλάσματα που μεταμορφώνονται ή συρρικνώνονται ανάλογα με τους φόβους ή τις επιθυμίες της.

Ένα από τα ζητήματα που θέτει στον αναγνώστη ένα έργο, όπως αυτό του Μάνου Κοντολέων, που κάλυψε συνολικά πολλά από τα λογοτεχνικά είδη, είναι και αυτό της κατάταξης. Σημείο αφετηρίας για την ένταξη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος σε κάποιο είδος ή κατηγορία, θα μπορούσαν να αποτελούν τα στοιχεία που μας παρέχει ο ίδιος ο συγγραφέας για το πώς θα έπρεπε να διαβαστεί το έργο του. Στην περίπτωση αυτή ο συγγραφέας ανταγωνίζεται ή συμπληρώνει τον αναγνώστη του σε μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί ή να αξιοποιηθεί η χρήση ενός πλούσιου παρακειμενικού υλικού από την οπτική μιας θεωρίας της πρόσληψης που αντιμετωπίζει είδη, μορφές και περιεχόμενα ως κοινωνική μεταβλητή. «Ολόκληρο τον πρώτο χρόνο συγγραφής του μυθιστορήματος δεν μπορούσα να αποφασίσω αν το έργο που γράφω ανήκει στη λογοτεχνία για νέους ή στην άλλη, αυτή των ενηλίκων», σημειώνει ο ίδιος. Και συνεχίζει: «Τελικά κατάλαβα πως για μια ακόμα φορά υπηρετούσα το είδος του μυθιστορήματος ενηλικίωσης –το Βildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλείται– και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων […] Πιστεύω, λοιπόν, πως και η Αμαρτωλή πόλη είναι –ή διεκδικεί να είναι– ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή –με τον νέο τρόπο ονοματοδοσίας αυτού του λογοτεχνικού είδους– ένα μυθιστόρημα crossover»1.
Αν η ύπαρξη του Βildungsroman θεωρείται ότι επικυρώνεται με το εμβληματικό μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ (1796) ως ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, η στοίχιση με ένα άλλο ειδολογικό μοντέλο, αυτό του crossover, καθώς και η προσέγγισή του ως μετεξέλιξη ή μεταμόρφωση ενός προηγούμενου, εγείρει διάφορα θεωρητικά ζητήματα, που φέρνουν στο προσκήνιο οι ολοένα αυξανόμενες μελέτες, έρευνες και κριτικές των τελευταίων χρόνων στην ευρωπαϊκή κυρίως βιβλιογραφία σχετικά με τη λογοτεχνία crossover2. Η ομοιοσυστασία του θεωρούμενου ως μοντέλου, η ομοιογένεια των επικαλούμενων ιστορικών παραδειγμάτων, που φτάνουν στο βάθος των αιώνων, τα σύγχρονα παραδείγματα και η απόστασή τους σε σχέση με το νοούμενο ειδολογικό επίκεντρο, είναι ορισμένα από αυτά.

Πρόκειται τελικά για τάση, εκδοτικό φαινόμενο ή απλώς επινόηση του 21ου αιώνα; Το ζήτημα που θέτει ο Μάνος Κοντολέων με την Αμαρτωλή του πόλη και τη λογοτεχνία crossover έχει μόλις ανοίξει.

21.12.16

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ" Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122

"Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ"
Ο Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Β. Δ. Αναγνωστόπουλος, γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, τεύχος 122


Στο καινούργιο βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων αφηγείται ιστορίες στον εγ-
γονό του Μανολίτο, έχοντας μαζί στην παρέα τον παππού και τη γιαγιά του
Μανουήλ, αλλά και την κατάλευκη σκυλίτσα, τη Νύχτα! Ο τίτλος παίζει με
τρία ομόρριζα ονόματα: «Μανόλο, Μανολίτο και… Μανουήλ».
Η ιστορία διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο «Τρία δέντρα, τριάντα τριανταφυλλιές» (σελ. 9-70), η αφήγηση αναφέρεται στον παππού Μανόλο, στον εγγονό Μανολίτο και στη Νύχτα το σκυλάκι τους. Η Νύχτα χάνεται,
οπότε θ’ αρχίσουν έρευνες για τον εντοπισμό της. Για καλή τους τύχη, την
άλλη μέρα τη φέρνει στην αγκαλιά του ένα αγόρι που δουλεύει σε παρακείμε-
νο φυτώριο, που έχει ιδιοκτήτη έναν γνωστό τους γεωπόνο. Και το όνομα του
αγοριού... Μανουήλ! Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ θα γίνουν φίλοι. Θα τους
πει κι αυτός για τον παππού του, ενθυμούμενος τις ιστορίες και τα παραμύθια που του έλεγε...
Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο «Ένα ταξίδι μόνο» (σελ. 70-112), περιγράφεται το ταξίδι που επιχειρούν οι τέσσερίς τους προκειμένου να επισκεφτούν τον παππού και τη γιαγιά του Μανουήλ.
Το κείμενο προσφέρεται για διάλογο με τον αναγνώστη:
1. Από τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας, ο αναγνώστης ξεχωρίζει τη μορφή του παππού, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Μανόλο, λοιπόν, είναι ένας σοφός παππούς, που γνωρίζει πώς να φέρεται
στον εγγονό του, πώς να του μιλά και να του ξυπνάει τα όνειρα, συζητώντας για τη φιλία, τα λουλούδια, τα δέντρα, τη γη. Την ίδια σοφία εμφανίζεται να διαθέτει και ο παππούς του Μανουήλ.
2. Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ βρίσκονται στην εφηβική ηλικία (μάλλον την
προεφηβική), γεμάτοι με απορίες και πολλά ερωτηματικά. Θα έλεγε κανείς
ότι βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο παραμύθι και στην πραγματικό-
τητα. Διαβάζουμε στη σελ. 94: «…Ένα νέο παλικάρι πρέπει κάποια στιγμή να
ζήσει όχι μόνο το παραμύθι, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα… Όμως
είναι τόσο όμορφο να μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχουν και τα όνειρα…»
Λόγια αληθινά και πειστικά, όταν λέγονται από τον παππού ή τη γιαγιά.
3. Ο διάλογος αποτελεί το κύριο στοιχείο της αφήγησης, παραπέμποντας σε
σύγχρονο «εκπαιδευτικό» μοντέλο, στην εποχή δηλαδή του διαλόγου και
4. Συνολικά, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι το αφήγημα είναι σε πρώτο επίπεδο «οικολογικό», προβάλλει δηλαδή πτυχές του φυσικού κόσμου, ενώ σε βαθύτερα επίπεδα προβάλλει ιδέες και απόψεις για την «τέχνη» της ζωής. Οι αναπλασμένες μυθολογικές αναφορές στη Δάφνη και τον Απόλλωνα, στην Πίτυν (το πεύκο) και τον Κυπάρισσο (κυπαρίσσι), στα λουλούδια και τη γη, καθιστούν οικειότερη γνωστικά τη μυθολογία και τη δενδρολογία, καλλιεργώντας ταυτόχρονα τον σεβασμό σε καθετί το φυσικό.
5. Ένα ακόμα στοιχείο που εντυπωσιάζει στην αφήγηση είναι η διακειμενικότητα, η επικοινωνία κειμένων και ηρώων διαφορετικής εποχής. Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώνουμε ότι από τα τρία ονόματα τα δύο πρώτα παραπέμπουν σε προηγούμενο ομώνυμο μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα
(Μανόλο και Μανολίτο, Πατάκης 2013), και το τρίτο όνομα στο διήγημα
του Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Έτσι, διαβάζουμε στο
Σημείωμα του συγγραφέα: «Δε γίνονται μόνο οι άνθρωποι φίλοι. Γίνονται
και οι ήρωες των βιβλίων».
Γενικά, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο παππούς ως αφηγηματικό πρόσωπο της Παιδικής Λογοτεχνίας αποτελεί εμβληματική φιγούρα και έχει αξιοποιηθεί από πολλούς παλαιούς, νεώτερους και σύγχρονους συγγραφείς. Είναι κυρίαρχο πρόσωπο, που κινεί με επιδεξιότητα το νήμα της αφήγησης, κυρίως με τον διάλογο και την υπομονή. Αυτή η αντίστιξη μεταξύ παππού και εγγονού παραπέμπει σε παιδαγωγικό μοντέλο, όπου βασίζεται η παιδαγωγική διαδικασία, υλοποιούμενη με τρόπο διαλογικό, ισότιμο και με χιουμοριστικό ύφος. Όπως επισημάναμε και παραπάνω, η λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους αναδεικνύεται έτσι σε «παιδαγωγούσα» δύναμη, όπως τόνιζε συχνά ο αείμνηστος πρόεδρος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Κωνσταντίνος Δεμερτζής

20.12.16

Αμαρτωλή Πόλη - η γνώμη μιας αναγνώστριας


Είναι από τα βιβλία που διαβάζοντάς το φτάνεις σε κάποιο σημείο που δε θες να το αφήσεις.. Σε "τρώει" να δεις τι θα συμβεί.. (Το Σάββατο 10/12 διάβαζα ως τις 2:00 και δεν έλεγα να το αφήσω!)

...Τι θα συμβεί στη Στεφανία, στον φίλο της , τον Τονίνο, που ξεκίνησε για "Σαμποτάζ" μα τελικά συνειδητοποίησε πως όλα τα έκανε να φαίνονται όπως ήθελε, για να έχει ένα καλό "Καμουφλάζ".
Θα τολμούσα να πω πως είναι "ώριμος", τόσο όσο να καταλάβει πώς πρέπει να προβάλει τον εαυτό του ως μαθητής, για να είναι αποδεκτός. Κρύβει το πραγματικό του εγώ για να μην απορριφθεί. Όταν το αποδέχεται καταστρέφει τον εαυτό του αντιλαμβανόμενος πως δεν κατάφερε να γίνει αυτό που ήθελε. Δεν έκανε σαμποτάζ!
Η δε Στεφανία, ένα κορίτσι τόσο καθημερινό, πραγματικό, ρεαλιστικό. Συγκλονιστικά αληθινό. Έρμαιο της μη καθοδήγησης από κάποιον δικό της, καταλήγει να γίνει αντικείμενο πόθου. Όχι αληθινού, τρυφερού, ζεστού όπως με τον Κωνσταντίνο. Έτσι νομίζει ότι γίνεται κυρίαρχη του εαυτού της. Χάνει/διώχνει τον άνθρωπο που ίσως κρύβει μιαν ελπίδα στοργής, αγάπης, τρυφερότητας. Μπορεί και να τον ζηλεύει που ζει σε μια οικογένεια κανονική που στις μέρες μας σπάνια βρίσκεις. Κατά βάθος δεν μπορεί να τον εμπιστευτεί απόλυτα, φοβάται μην την προδώσει όπως οι γονείς της. Το αντρικό πρότυπο το αμφισβητεί, την έχει απογοητεύσει, την έχει "εγκαταλείψει", έχει δείξει αδυναμία. Το μητρικό το απορρίπτει.
Και στις δύο περιπτώσεις  -και της Στεφανίας και του Τονίνο- απούσα η οικογένεια. Γονείς που δεν είναι έτοιμοι για γονείς, άνθρωποι που για άλλα ξεκινούν κι αλλού τραβάνε. Άνθρωποι που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν σωστά όσα τους τυχαίνουν. Εξαπατημένοι από το "αμερικανικό όνειρο" της εποχής δεν μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά τα παιδιά τους, δεν βρίσκονται δίπλα τους, γιατί αλλιώς είχαν φανταστεί τη ζωή τους κι αλλιώς τους βγήκε. Επηρεασμένοι από την σκληρή κρίση -οικονομική και κοινωνική- δεν μπορούν; δεν ξέρουν; να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. (Νομίζω είναι σκληρή η κριτική μου, ίσως λόγω ηλικίας, ίσως λόγω του φόβου μην καταλήξω έτσι στα 50 μου!)

Με σόκαρε. Το γεγονός ότι είναι η καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων, νέων και μη. Ζωές που τρέχουν παράλληλα γύρω μας κι εμείς δεν γνωρίζουμε. Ή μάλλον όλο και κάτι έχουμε υποψιαστεί, έχουμε ακούσει αλλά το αφήνουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας γιατί "δε μας αφορά". Δεν είναι λέμε τα δικά μας παιδιά, η δική μας οικογένεια, οι φίλοι μας. Κι όμως πόσες φοιτήτριες δεν καταλήγουν έτσι; Πόσοι νέοι σαν τον Τονίνο; Πόσοι οικογενειάρχες δεν εξαθλιώθηκαν/ώνονται από την κρίση; Ο Κλεάνθης δεν αυτοκτόνησε όπως άλλοι αλλά σκότωσε αλλιώς τη ζωή του.

Έχω μεγαλώσει σε μια οικογένεια που οι γονείς μου ζουν κι είναι μαζί 42 χρόνια. Φαντάζομαι όσο μπορώ, πόσο δύσκολο ήταν γι' αυτούς να μη βάλουν κάποιες φορές τον εαυτό τους πάνω από τα παιδιά τους και να κοιτάξουν να τα προστατέψουν. Πόσο δύσκολο είναι να καταπνίξεις το θυμό σου, τη δυσαρέσκεια που νιώθεις στη σχέση σου ενίοτε και να σκεφτείς καθαρά και ψύχραιμα τι είναι το σωστό για τα παιδιά σου. Για το μέλλον. Εύχομαι να γίνω σαν αυτούς! Και το βιβλίο αυτό  με έκανε να το συνειδητοποιήσω πολύ έντονα. Εύχομαι οι άνθρωποι να μπορέσουν να βρουν τον δρόμο τους μέσα σε αυτήν την αμαρτωλή πόλη, σε αυτόν τον αμαρτωλό κόσμο και να σταθούν στα πόδια τους με αξίες που θα τους βαστούν ακέραιους.
Η ελπίδα που νιώθω ότι τελικά φωτίζει αμυδρά  στους νέους μέσα από το μυθιστόρημα αυτό, εύχομαι να γίνει φλόγα όσο κι αν φοβάμαι για το αντίθετο.

Με δυο λόγια – ο Μάνος Κοντολέων με την ‘Αμαρτωλή Πόλη» του, με "τάραξε" ευχάριστα κι εποικοδομητικά για ακόμα μια φορά. Όπως στα 20 μου με το άλλο  μυθιστόρημά  του, το   "Γεύση πικραμύγδαλο".

Δώρα Τρουπή
28 ετών
Δασκάλα

18.12.16

Ο Θωμάς Κοροβίνης για την "Αμαρτωλή Πόλη"


"Οι αμαρτίες των ανθρώπων πάντα παρόμοιες, ίδιες".
Οι πόλεις οι αμαρτωλές είναι που κάθε φορά αλλάζουν".

Ο Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας με πολλά εύσημα στο ενεργητικό του, και μια σειρά πεζογραφημάτων κάθε κατηγορίας, που απευθύνονται σε όλη την ηλικιακή και ασχολούνται με όλη την ψυχολογική γκάμα του ανθρώπου, ελληνοκεντρικός αλλά με ισχυρές αφομοιωμένες επιδράσεις και από το ύφος σύγχρονων ξένων συγγραφέων, -με σύντροφο την επίσης ταλαντούχα πεζογράφο και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, ανήκει στους δημιουργούς, τους οιονεί ταγμένους στην σαγηνευτική και αγωνιώδη περιπέτεια της γραφής.
Στο μυθιστόρημα "Αμαρτωλή πόλη" πρωταγωνιστούν τέσσερα πρόσωπα που εκπροσωπούν την δοκιμασία της μετάβασης από την ηλικία της νεανικής αθωότητας στην ωριμότητα. Τέσσερις ζωές που αγωνίζονται με φρόνημα περήφανο και έντονη διάθεση αυτοπροσδιορισμού να επιβιώσουν τον καιρό της καταβύθισης της χώρας στο κενό.
"Οι κούκλες καθισμένες ζευγαρωτά
κρατώντας χαλασμένα ζαχαρωτά
μέσα σε ροζ και χρυσαφένια αμπαλάζ
Σαμποτάζ! Θα τους κάνουμε......σα...."
Ο έρωτας με τις παραμέτρους του, μόνιμο μοτίβο ενασχόλησης του συγγραφέα. Ο βιασμός των νεανικών ονείρων σ' ένα κυκεώνα ανασφάλειας και έλλειψης προοπτικών. Οι αμαρτίες των ηρώων του, αποκύημα μιας καθολικής αμαρτίας, μιας καταστροφής στην οποία προηγουμένως έχει βουλιάξει όλη η χώρα.
Ο Κοντολέων επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι είναι βαθιά κοινωνικός συγγραφέας με το σπάνιο προσόν να μπορεί "γλυκομίλητα" να αναφέρεται σε ναυάγια της ζωής και να αναλύει άγριες και αδιέξοδες καταστάσεις.

https://www.facebook.com/thomas.korovinis.5?fref=nf&pnref=story