19.1.18

Ο Γαργαντούας με την μεγάλη καρδιά





Ο Γαργαντούας με την μεγάλη καρδιά

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Προτού γεννηθεί, έμεινε μέσα στην κοιλιά της μητέρας του όχι εννιά μήνες, αλλά έντεκα! Αυτός ήταν ο Γαργαντούας. Κι όταν πια μεγάλωσε, κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης μέρας μασούλαγε ένα βόδι ή δυο πρόβατα και τριάντα κιλά πατάτες και τριάντα κιλά ντομάτες κι αγγούρια και πέντε με δέκα κιλά φρούτα διάφορα και καμιά ντουζίνα καρβέλια και έπινε κάμποσες κούπες γάλα στο πρωινό του και ασφαλώς κρασί στο γεύμα του! Αυτός ήταν ο Γαργαντούας. Και πήγαινε καβάλα με ένα άλογο –την Ελεφαντίνα– που την έφεραν από τη μακρινή πατρίδα της μήτε ένα μήτε δυο καράβια. Αλλά τέσσερα! Ε, αυτό το άλογο ταίριαζε στον Γαργαντούα – έναν γίγαντα. Γίγαντα στο σώμα, μα και στην ψυχή… Ένα διασκεδαστικό (και όχι μόνο) μυθιστόρημα-σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία – για τη ζωή ενός ήρωα που εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια έχει συντροφέψει αναγνώστες κάθε ηλικίας. Τώρα σε μια σύγχρονη, εντελώς ελεύθερη και  πρωτότυπη διασκευή από τον Μάνο Κοντολέων, στο βιβλίο του «Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας (Ελεύθερη διασκευή του κλασικού έργου του Φρανσουά Ραμπελαί)» εκδόσεις Πατάκη.

-Ξαναγράφετε τα κλασσικά στον Πατάκη;

Μια νέα σειρά σε επίπεδο εκδοτικό ξεκίνησε. Λέω να τη συνεχίσω, αν και ακόμα δεν έχω καταλήξει ποιοι θα ακολουθήσουν τον Γαργαντούα και τον Δον Κιχώτη. Αλλά έτσι κι αλλιώς διανύω συγγραφικά μια περίοδο που με απασχολεί πολύ το πώς μπορεί ένας σημερινός συγγραφέας να ‘κοιτάξει’ όχι μόνο παλιά έργα, αλλά και κλασικούς χαρακτήρες.  Έτσι μέσα στην Άνοιξη το 2018 θα κυκλοφορήσει στη σειρά της  Ελληνικής Λογοτεχνίας –πάντα από τον Πατάκη- μια μυθιστορηματική βιογραφία  για την Κασσάνδρα. Έχω στηριχτεί σε παλιά κείμενα και πηγές, αλλά έχω πλάσει μια νέα –στην ουσία- ηρωίδα.

-Αφιερώνετε στη δασκάλα σας την αείμνηστη Δέσποινα Στασού, στη β και γ δημοτικού, τη διασκευή του Γαργαντούα… Τι θυμάστε από εκείνην σχετικά με τον Γαργαντούα;

Ναι, εκείνη μου είχε κάνει δώρο μια παλιά διασκευή αυτού του έργου και ακόμα την έχω και μπορώ να διαβάσω σε μια από τις πρώτες σελίδας, την αφιέρωσή της. Όλα αυτά τα χρόνια της συγγραφικής καριέρας μου, είχα δίπλα μου την αμέριστη συμπαράσταση πολλών φωτισμένων εκπαιδευτικών. Αφιερώνοντας αυτό το βιβλίο στην παλιά μου δασκάλα, θέλησα να εκφράσω την αγάπη μου προς αυτούς.

-Ηταν παιδί και νέος άντρας συνάμα;

Όχι. Υπήρξε ένα πολύ χαριτωμένο… γιγαντόσωμο παιδί και που εξελίχτηκε σε ένα καλόκαρδο γίγαντα.  Στη διασκευή μου τον παρακολουθώ από τη μέρα που γεννήθηκε, έως την εποχή που πλέον έχει ενηλικιωθεί.

-Αληθεύει ο,τι έτρωγε πολύ; Αδηφάγος και μέγας καταπιώνας;

Να σας παραθέσω ένα  συνηθισμένο του ημερήσιο μενού…

—Ένα βόδι ή δυο πρόβατα

—Τριάντα κιλά πατάτες

—Τριάντα κιλά ντομάτες κι αγγούρια

—Πέντε με δέκα κιλά φρούτα διάφορα

—Καμιά ντουζίνα καρβέλια

—Κάμποσες κούπες γάλα το πρωινό

—Και ασφαλώς κρασί… Πολύ κρασί!

-Λένε πως για άλογο είχε την Ελεφαντίνα…

Θέλετε κι αυτού του αλόγου  μια περιγραφή;

Λοιπόν…

Μεγάλο όσο έξι ελέφαντες μαζί – οι τρεις ο ένας πάνω στον άλλον κι οι άλλοι τρεις ο ένας δίπλα στον άλλον.

Τα νύχια των ποδιών της θυμίζανε γκρεμούς που σχηματίζονται από άγριους βράχους.

Τα αυτιά της ήταν το καθένα ίδιο με κεφάλι ταύρου.

Και στο κέντρο του μετώπου της… Αχ, τι θαυμαστό που ήταν εκείνο το μαύρο κέρατο!

Μαύρη και η χαίτη της – θύμιζε καταρράχτη κατάμαυρου νερού.

Το δέρμα της –γκρίζο το χρώμα του– το σκέπαζαν σκληρές τρίχες και είχε σε διάφορα σημεία του σώματός της μαύρες βούλες.

Και στο τέλος κάτι να πω και για την ουρά της… Αυτή η ουρά! Σκληρή και μακριά… Ποπό, πόσο μακριά ήταν! Και ήταν και χοντρή. Αλλά εκείνο που ήταν μοναδικό ήταν η φούντα στην άκρη της. Μια κατάμαυρη μπάλα από μαύρες βελόνες!

Καστρόπορτα μπορούσε να τσακίσει έτσι κι έπεφτε πάνω της.

-Γίγαντας με ωραίο λόγο που κατατρόπωνε τη βλακεία;

Ναι, γιατί ήξερε να διαλέγει τους συνεργάτες του. Κι ήξερε ακόμα να χαίρεται την κάθε μέρα του. Μεγάλη καρδιά σε μεγάλο σώμα.

-Ο Πανταγκρυέλ εμφανίζεται σε αυτό;

Όχι. Μόνο ο πατέρας του Γαργαντούα –ο Γκρανγκουζιέ.

-Ιστορίες της Αναγέννησης που αντέχουν ίσαμε σήμερα;

Οι ιστορίες εκείνες που στηρίζονται πάνω σε μεγάλες μορφές. Ναι, αυτές αντέχουν. Ας πούμε οι ιστορίες που αναφέρονται στα κατορθώματα του  Βασιλιά Αρθούρου… Του σερ Λάνσελοτ…  Του Τριστάνου και της Ιζόλδης…  Διαχρονικά τα πάθη τους και τα όνειρά τους.


http://www.presspublica.gr/manos-kontoleon-o-gargantouas-tin-megali-kardia/






15.1.18

Μάνος Κοντολέων: «Αυτούς θα πολεμούσε σήμερα ο Δον Κιχώτης»






Από Γιώργος Κιούσης - Ιανουάριος 8, 2018
http://www.presspublica.gr/manos-kontoleon-aftous-tha-polemouse-simera-o-don-kichotis/


Πέρασε όλη του τη ζωή διαβάζοντας ιπποτικά μυθιστορήματα και τελικά αποφάσισε πως αξίζει κανείς να ζήσει τη ζωή του μέσα από καθημερινά όνειρα. Φόρεσε μια σκουριασμένη πανοπλία, καβάλησε ένα γέρικο άλογο και, με τη συντροφιά ένας απλού και αγαθού χωρικού, ξεκίνησε να πείσει τους άλλους πως το όνειρο μπορεί να γίνει αλήθεια ή και το ανάποδο – η πραγματικότητα να μετατραπεί σε κάτι το μαγικό. Οι περιπέτειές του μας κάνουν άλλοτε να γελάμε κι άλλοτε να δακρύζουμε. Δον Κιχώτης – ένα σύμβολο ελεύθερης σκέψης. Αιώνες τώρα είναι που ζει. Πάντα ολότελα νέος παραμένει. Μια πρωτότυπη και ελεύθερη διασκευή ενός κλασικού αριστουργήματος.  «Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης», εκδόσεις Πατάκη.

Ο ΜΑΝΟΣ Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει περίπου 60 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια). Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Κάποια έργα του έχουν διασκευαστεί και παρουσιαστεί στο θέατρο και στην τηλεόραση, ενώ κάποια άλλα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ταϊλάνδη. Βιβλία του έχουν κερδίσει πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί επίσης δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν.


 -Ήταν παιδικός σας ήρωας ο Δον Κιχώτης;

 Διαβάζω μυθιστορήματα από τον καιρό που ήμουνα ένα μικρό αγόρι.Ένα αγόρι που το συναρπάζανε περιπέτειες που κρυβόντουσαν μέσα σε βιβλία όπως Οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης και Οι τρεις σωματοφύλακες.Λογικό, λοιπόν, ήταν οι αντίστοιχες περιπέτειες ενός ιππότη που τον χαρακτηρίζανε, μάλιστα, και ως Ιππότη της Ελεεινής Μορφής να με αφήνανε αδιάφορο. Μεγαλώνοντας έμαθα για τη θέση του ήρωα του Θερβάντες στην παγκόσμια λογοτεχνία. Φρόντισα να βάλω στη βιβλιοθήκη μου και το πλήρες έργο και μάλιστα σε αρκετές μεταφράσεις του. Αλλά –ναι, το ομολογώ– ο Δον Κιχώτης ποτέ δε μου είχε γίνει μια αγαπητή λογοτεχνική περσόνα. Αλλά… Αλλά εδώ και πολλά χρόνια έχω πάψει να θεωρώ πως αν κάποιον δεν τον αγάπησα, ο υπαίτιος είναι μόνο εκείνος. Κάπου θα φταίω κι εγώ.

 -Πως αποφασίσατε την ελεύθερη διασκευή στο έργο του Θερβάντες;

Είχα ολοκληρώσει την ανάπλαση του Γαργαντούα.  Οπότε,  όταν ήρθε η στιγμή να αναζητήσω ποιος θεμελιώδης ήρωας της παγκόσμιας λογοτεχνίας θα συντρόφευε  τον ήρωα του Ραμπελαί, λογικό ήταν να στραφώ στον Ιππότη της Μάντσα και να αρχίσω να αναζητώ αυτό που θα με έκανε να τον δω με μια άλλη ματιά, κάπως –αν και εν τέλει όχι και πολύ– διαφορετική από εκείνη με την οποία διάβαζε το μικρό αγόρι που κάποτε ήμουνα.
 Κι έτσι, ο Δον Κιχώτης μού αποκάλυψε αυτό που ίσως να είναι ό,τι περισσότερο εκτιμώ και αναζητώ να διαπιστώσω αν υπάρχει στη ζωή κάθε ανθρώπου. Η πίστη πως το όνειρο μπορεί να γίνει αλήθεια ή και το ανάποδο – η πραγματικότητα να μετατρέπεται σε φαντασία.
  
-Πόσο χρόνο σας πήρε;

 Σχεδόν ένα χρόνο πέρασα διαβάζοντας  πολλά θεωρητικά κείμενα σχετικά με τον Δον Κιχώτη, διέτρεξα πολλές φορές τις σελίδες του πρωτότυπου μυθιστορήματος, συμβουλεύτηκα πάμπολλες διασκευές για παιδιά.Τελικά αποφάσισα να φωτίσω αυτή τη διαχρονική προσωπικότητα με έναν τρόπο που νομίζω πως –στη γλώσσα μας, τουλάχιστον– κανείς πιο πριν δεν το έχει επιχειρήσει…

 -Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης… Πως δηλαδή;

 Ο δικός μου Δον Κιχώτης δε θέλει να αποτρέψει τον αναγνώστη του από το να πιστέψει σε μια μεγάλη ιδέα που όμως μπορεί να δημιουργεί στενοκεφαλιά και οπισθοδρόμηση – έτσι κάπως είδε ο Θερβάντες την αρρωστημένη προσήλωση των ανθρώπων της εποχής του προς την ιπποσύνη. Όχι! Ο δικός μου ήρωας αυτού του βιβλίου προσπαθεί ακριβώς το αντίθετο. Να πείσει τους άλλους πως αξίζει να ζούνε με έναν τρόπο σκέψης που δεν ομαδοποιεί, αλλά αναπτύσσει τη δημιουργική ατομικότητα.
 Αν και κράτησα σχεδόν ανέπαφη τη δομή των επεισοδίων του αρχικού έργου, εντούτοις κάποια από τα δευτερεύοντα πρόσωπα τα αγνόησα και κάποιων άλλων φρόντισα να αλλάξω θέσεις και απόψεις. Απόλυτα δικό μου δημιούργημα και ο αφηγητής – ο Τριστάνο, ο σκύλος. Κι όλα αυτά σε μια –ασφαλώς– διασκευή για παιδιά. Αλλά μήπως και όχι μόνο;
 Εκείνο το αγόρι που γύρναγε το πρόσωπο στον γέρο ιππότη που φορούσε για κράνος τη λεκάνη ενός μπαρμπέρη, ενώ την ίδια στιγμή ζωγράφιζε τις σιδερόφρακτες πανοπλίες του σερ Λάνσελοτ, δεν είναι το ίδιο άτομο με τον ώριμο συγγραφέα που υπογράφει αυτό το μυθιστόρημα; Ναι, ο ίδιος άνθρωπος είμαι κι αν σε κάτι διαφέρει η σημερινή σκέψη μου με την τοτινή, είναι πως ενώ τότε μόνο την υποψιαζόμουνα, τώρα καλά τη γνωρίζω αυτή τη φράση που έγινε και ο τίτλος της ελεύθερης απόδοσης του έργου του Θερβάντες: Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης
  
-Αν ζούσε σήμερα ο αγαπημένος μας ήρωας με ποιους θα τα έβαζε;

Με τον καθένα που θέλει να συνθλίβει την ικανότητα των ανθρώπων να μπορούν να ονειρεύονται. Με όσους δεν αποδέχονται την ιδιαιτερότητα του όποιου άλλου.  Με εκείνους που διαφημίζουν το σκουπίδι και καταφέρνουν να το πουλήσουν ως διαμαντάκι.

 -Τα προσωπικά μας όνειρα είναι αυτά που ποτέ δε θα μας προδώσουν;

Θα προτιμούσα να αναρωτιόμουνα αν εμείς κάποια στιγμή θα φτάσουμε στο σημείο να προδώσουμε τα προσωπικά μας όνειρα.

-Υπάρχουν ιδαλγοί τις μέρες μας;


Ιδαλγοί με την έννοια των ανθρώπων εκείνων που διαθέτουν μια έμφυτη αξιοπρέπεια και έχουν πάνω τους κάτι το ευγενικό, σίγουρα και υπάρχουν.  Μα ποιοι τους αναγνωρίζουν; Και ποιοι τους ακούνε;

Ανακαλύπτοντας νέες διαστάσεις σε κλασικά αναγνώσματα


Γαργαντούας και Δον Κιχώτης

Γράφει η Τέσυ Μπάιλα στο 

https://www.culturenow.gr/don-kixotis-kai-gargantoyas-anakalyptontas-nees-diastaseis-se-klasika-anagnosmata/



 «Είναι κλασικό ό,τι εμμένει να υπάρχει ως μακρινός θόρυβος, ακόμα και όπου κυριαρχεί η πιο παράταιρη επικαιρότητα», γράφει στους περίφημους αφορισμούς του για τη κλασική λογοτεχνία ο Ίταλο Καλβίνο και αυτή η φράση, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη, περιγράφει απόλυτα τη σημερινή συνθήκη, βάση της οποίας μπορούμε να καταλάβουμε ποιες ιδιότητες ακριβώς ορίζουν ένα έργο ως κλασικό, σε μια επικαιρότητα εντελώς ανεξέλεγκτη.

Ο Μάνος Κοντολέων, θεωρώντας ότι σήμερα, σε μια περίοδο στην οποία η πραγματικότητα με ραγδαίες ταχύτητες απενεργοποιεί οικουμενικές αξίες, ελπίδες και ιδέες με πανανθρώπινο χαρακτήρα, είναι πλέον ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε την πολιτισμική μας ταυτότητα, στηριζόμενοι σε μια πιο στέρεη βάση, στη σταθερότητα εκείνη που μας επιτρέπουν όσα αναγνώσματα άντεξαν στον χρόνο. Βέβαιος ότι για να προχωρήσει ένας πολιτισμός πρέπει να μην αποκοπεί από ό,τι τον ρίζωσε βαθιά στις ανθρώπινες συνειδήσεις, καθώς μόνο αυτό το στοιχείο μπορεί να λειτουργήσει ως προωθητική μηχανή επαναπροσδιορισμού του πολιτισμού αυτού.

Με πλήρη συνείδηση αυτής της ανάγκης ο Κοντολέων στρέφεται σε δυο εμβληματικούς ήρωες με διαχρονική αξία, οι οποίοι κουβαλούν στην πορεία του χρόνου τα ίχνη ενός απίστευτου αριθμού αναγνώσεων, ίχνη ορατά πλέον στον πολιτισμό και στη νοοτροπία των κοινωνιών που τους αγκάλιασαν. Ήρωες, οι οποίοι έχουν αφήσει το στίγμα τους στη ζωή αμέτρητων παιδιών και ενηλίκων και φυσικά στη δική του. Άλλωστε η συνάντησή του συγγραφέα στην παιδική του ηλικία μαζί τους φαίνεται πως έχει καθορίσει τις αναγνωστικές του αναφορές. Στην ωριμότητά του λοιπόν διατηρούν την ικανότητά τους να τον συγκινούν, να κινητοποιούν μέσα του τις δυνάμεις εκείνες που ενεργοποιούν την παροπλισμένη ελπίδα και το κυριότερο εξακολουθούν να είναι σύντροφοί του μέσα στον χρόνο, γι’ αυτό επιλέγει να τους καταστήσει γοητευτικούς με έναν μοναδικό, δικό του τρόπο, προβάλλοντας νέες, απροσδόκητες πλευρές των ιδιοτήτων τους.

Έτσι λοιπόν σκύβει με αγάπη στον Δον Κιχώτη, αγκάλιαζει με στοργή τον Γαργαντούα και τους χαρίζει ξανά γραμμένους με μια πιο σύγχρονη τεχνική, χωρίς να ξεφεύγει καθόλου από τον σεβασμό, τον οποίο έχει νιώσει για τους δημιουργούς τους. Με τη χαρακτηριστικά τρυφερή του γραφή στήνει τους ήρωες από την αρχή και τους παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό που τους αγάπησε, σίγουρος ότι είναι, έτσι κι αλλιώς, κρυμμένοι μέσα στη συνείδηση του, καταγεγραμμένοι ως αλησμόνητοι στο διηνεκές και γι’ αυτό τόσο σημαντικοί.

Και παρόλο που αυτό ακριβώς κάνει το εγχείρημα να καταπιαστεί κανείς συγγραφικά με τα μεγέθη των δημιουργούν αυτών των ηρώων εξαιρετικά δύσκολο, ο Κοντολέων δε μοιάζει να χάνει στιγμή την αυτοπεποίηθησή του, ορμώμενος από μια ισχυρή ευθύνη να δώσει στους ήρωές αυτούς μια νέα διάσταση με σαφή προσανατολισμό στην πλήρη ανάδειξη της διαχρονικότητάς τους  και στην συναίσθηση ότι πρόκειται για φορείς αξιών, οι οποίες πρέπει να επαναπροσδιοριστούν στις μέρες μας.

Ο ασυμβίβαστος ρομαντισμός, η χαμένη αθωότητα, το αίσθημα της ελευθερίας, η αναγνώριση της ομορφιάς, η πάλη για την αυτογνωσία αναδεικνύονται όχι ως ουτοπικοί ανεμόμυλοι στις μέρες μας αλλά ως πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να επιστρέψουμε για να μπορέσουμε να δούμε την αληθινή διάσταση της ζωής.

Αλλά ο Κοντολέων δεν είναι ένας τυχαίος συγγραφέας. Δεν πιάνει να ξαναγράψει τις περιπέτειες δυο μοναδικών λογοτεχνικών ηρώων που καθόρισαν σε τεράστιο βαθμό την εξέλιξη της λογοτεχνίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Κάτι τέτοιο δεν τον αφορά και δε θα είχε και κανέναν λόγο να το κάνει.

Τόσο ο Θερβάντες όσο και ο Ραμπελαί επανέρχονται σε μια διασκευή, αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας μελέτης εκ μέρους του συγγραφέα, με έναν τρόπο που στρέφει το αναγνωστικό ενδιαφέρον από την περιπέτεια που προσέχει ένα παιδί, όταν διαβάζει ένα βιβλίο, στις σκέψεις που ενεργοποιούν τις πράξεις τους και στις ιδέες που τις υποκινούν. Στον πάντα ολόδροσο συμβολισμό τους και στην απίστευτη νεότητά τους. Σε όλα εκείνα τα στοιχεία δηλαδή που καθόρισαν την πορεία τους μέσα στον χρόνο και τον σημάδεψαν αναγνωστικά.


Η πολύχρονη εμπειρία του Κοντολέων, η λογοτεχνική υπευθυνότητα του και η αφηγηματική δύναμη που τον διακρίνει είναι η μεγάλη εγγύηση του αποτελέσματος αυτής της δουλειάς, η οποία κοσμείται από την εξαιρετική εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη.



4.1.18

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

1
  

     


      κ. Κοντολέων, τι είναι ο Δον Κιχώτης στη ζωή μας και στη ζωή σας;

Ο Δον Κιχώτης –αυτός ο εμβληματικός ήρωας του Θερβάντες- πέρασε όλη του τη ζωή διαβάζοντας ιπποτικά μυθιστορήματα, μέχρις ότου αποφάσισε πως αξίζει ο ίδιος να ζήσει τη ζωή του ως ένας ιππότης της δικής του καθημερινότητας.
Φόρεσε, λοιπόν,  μια σκουριασμένη πανοπλία , καβάλησε ένα γέρικο άλογο και με τη συντροφιά ένας απλού και αγαθού χωρικού, ξεκίνησε να πείσει τους άλλους πως το όνειρο μπορεί να γίνει αλήθεια ή και το ανάποδο –η πραγματικότητα να μετατραπεί σε κάτι το μαγικό.
Οι περιπέτειες του –αιώνες τώρα- μας κάνουν άλλοτε να γελάμε κι άλλοτε να δακρύζουμε. Και εν τέλει να θεωρούμε τον Δον Κιχώτης  ως ένα σύμβολο ελεύθερης σκέψης.

Γιατί ειδικά αυτήν εδώ την εποχή «ξαναδιαβάζουμε τους κλασικούς»;

Νομίζω πως αναζητούμε να πατήσουμε σε κάτι σταθερό. Να ενεργοποιήσουμε τις ελπίδες μας για το αύριο με τη βοήθεια χαρακτήρων και αξιών που επιβεβαιώθηκαν από τα χρόνια. Κι όπως μάλιστα ζούμε μέσα σε πολύ γρήγορους ρυθμούς, η επιστροφή σε έργα κλασικά μας κάνει να αισθανόμαστε πως μπορούμε να πάρομε βαθιές όσο και ήρεμες ανάσες.

"   «Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης», «Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα όταν ακόμα ήταν παιδί και νέος άντρας», Θερβάντες και Ραμπελαί, γιατί ειδικά αυτά;

Τόσο ο Δον Κιχώτης, όσο και ο Γαργαντούας  ήταν –τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας- ήρωες μυθιστορημάτων που κυριαρχούσαν τόσο στη δική μου ζωή, όσο και στις ζωές των φίλων μου.  Θέλησα, ώριμος πλέον, να τους συναντήσω ξανά και ξαφνιάστηκα που διαπίστωσα πως εξακολουθούν να έχουν την ικανότητα να μου κρατάνε μια ενδιαφέρουσα συντροφιά. Έτσι σκέφτηκα να τους χαρίσω κι εγώ ένα δώρο. Και τους έγραψα ξανά με τεχνικές που ταιριάζουν περισσότερο στις προσλαμβάνουσες ενός σημερινού παιδιού και νέου… Αλλά γιατί όχι και  του όποιου σημερινού μέσου αναγνώστη.


      Να θυμηθούμε όταν τα πρωτοδιαβάσατε παιδί;

Μια εποχή όπου κυριαρχούσαν τα κλασικά έργα για παιδιά σε ξεχωριστές διασκευές. Τα περισσότερα ήταν μεταφρασμένα και με πολύ υπεύθυνο τρόπο διασκευασμένα. Επίσης είχαν πολύ όμορφες εικόνες –συνήθως ασπρόμαυρες. Εντός από τον Δον Κιχώτη και τον Γαργαντούα, να θυμηθώ τον Γκιούλιβερ, τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Βασιλιά Αρθούρο, το Νησί των Θησαυρών, και βέβαια έργα του Ντίκενς, του Τουέιν, του Βερν…
Όλα τους έργα τόσο ΄δυνατά’, αλλά και με τόση υπευθυνότητα διασκευασμένα ώστε ο αναγνώστης των μέσων του 20ου αιώνα να μπορεί να αισθανθεί κοντά στους  ήρωές τους και να ενστερνισθεί τις αξίες τους.
Θέλω να πιστεύω πως και ο δικός μου τρόπος –μπορώ να εγγυηθώ πως εργάστηκα με παρόμοια υπευθυνότητα-  θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα.

      Να υποθέσουμε- αν κρίνουμε από τη δική σας δουλειά και την εικονογράφηση του Βαγγέλη Παυλίδη- ότι τα ετοιμάζατε καιρό;

Ναι, καιρό. Συγκεκριμένα δυο χρόνια. Καθώς τα έγραφα μελετούσα τα πρωτότυπα, άλλες διασκευές, πολλές μελέτες… Και με τον Βαγγέλη Παυλίδη, αλλά και με την Έλενα Πατάκη αναζητούσαμε το ύφος όχι μόνο της εικονογράφησης αλλά και όλης της έκδοσης.
Θέλω να σταθώ στο σημείο αυτό. Τα δυο αυτά βιβλία ενώ δείχνουν ξεκάθαρα πως θέλουν να είναι μια συνέχεια παλιών παρόμοιων εκδόσεων, την ίδια στιγμή επίσης ξεκάθαρα φανερώνουν πως είναι σχεδιασμένα με μια πολύ σύγχρονη αισθητική ματιά. Νομίζω πως ενώνουν το χτες με το σήμερα.

    Τι βρήκατε σήμερα που όχι απλώς ξαναδιαβάσατε αλλά ξαναγράψατε αυτά τα έργα που δεν είχατε επισημάνει παλιά;

Μα σαν παιδί περισσότερο στεκόμουνα στα γεγονότα και οι όποιες βαθύτερες σκέψεις λειτουργούσαν με ένα υπόγειο τρόπο. Τώρα, καθώς πλέον ως ενήλικος έγραφα αυτές τις ιστορίες, ήταν οι σκέψεις και οι ιδέες που ενεργοποιούσαν όχι μόνο τις επιλογές της διασκευής, αλλά και την ίδια τη γραφή μου. Και έτσι έφτασα ακόμα και στο σημείο να ‘γεννήσω’ εγώ ένα νέο πρόσωπο – αφηγητή της κάθε ιστορίας, που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί το alter ego μου -  και ήρθε κι αυτό να συγκατοικήσει με τα πρόσωπα του Θερβάντες και του Ραμπελαί.

     κ.Κοντολέων, θ’ ακολουθήσουν κι άλλα κλασσικά;

Θα το ήθελα… Αναζητώ τους συνεχιστές… Αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμα για να έχω πάρει την όποια απόφαση.

     Μπορεί ένα βιβλίο να μας αλλάξει τη ζωή; Ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί;

Ένα μόνο του βιβλίο  να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου;… Μάλλον αδύνατον. Πολλά βιβλία μαζί  -ναι μπορούν.



Δημοσιευτηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος (4/1/2018)

31.12.17

Τατιάνα Ζωγράφου «Φόραγε κίτρινο σκουφί»

Τατιάνα Ζωγράφου
«Φόραγε κίτρινο σκουφί»
Ένα cd με τραγούδια και για παιδιά



Η σχέση μου με τη μουσική είναι πολύ απλή –μου αρέσει να την ακούω σε διάφορες στιγμές της καθημερινότητάς μου. Κυρίως όταν γράφω, όταν οδηγώ., ως μουσική υπόκρουση σε ώρες σπιτικής κουβεντούλας  με φίλους.
Θέλω να πω πως δεν είμαι ειδικός* δεν έχω σαφείς προτιμήσεις σε είδη* δεν έχω ξεχωριστό πάθος με κάποιους ερμηνευτές. Το μόνο που ζητώ να απολαμβάνει η ακοή μου είναι κάτι που να το διακρίνει η ποιότητα.
Αλλά γνωρίζω πως η έννοια της ποιότητας διαφορετικά ορίζεται από άτομο σε άτομο. Φίλος στενός, λάτρης και γνώστης της κλασικής μουσικής, δεν εκτιμά ιδιαιτέρως  τις όπερες του Πουτσίνι, ενώ ένας άλλος φίλος –φανατικός αυτός συλλέκτης των παλαιών ρεμπέτικων- με τίποτε δεν θέλει να αποδεχτεί τη γοητεία ενός τραγουδιού του Αττίκ.
Σέβομαι όλων αυτών τη γνώμη, αλλά και παράλληλα διαφωνώ. Εγώ αφήνομαι να με κερδίζει το ξάφνιασμα κάθε μουσικής σύνθεσης που τη διακρίνει η γνησιότητα της έμπνευσης και η συνέπεια της εκτέλεσής της.
Στην ουσία αντιμετωπίζω την προσωπική μου σχέση με τη μουσική, έτσι όπως στέκομαι απέναντι και σε κάθε μορφή λογοτεχνικού έργου.  Θέλω να το πλησιάσω δίχως προκαταλήψεις και να περιμένω αν θα συμβεί η πολυπόθητη ταύτιση ή όχι.
Συχνά ισχυρίζομαι πως ένα λογοτεχνικό κείμενο δεν πάει εκείνο να συναντήσει τον αναγνώστη του. Αλλά στέκεται στη θέση που έχει επιλέξει ο δημιουργός του να το τοποθετήσει και είναι ο κάθε αναγνώστης που θα το πλησιάσει ή όχι ανάλογα με τις διαθέσεις του και τις δυνατότητές του.
Το ίδιο θεωρώ πως εφαρμόζεται και σε κάθε άλλης μορφής καλλιτεχνική δημιουργία. Άρα και στις μουσικές συνθέσεις.
Με τα –κοινώς λεγόμενα- παιδικά τραγούδια δεν θυμάμαι να είχα κάποια ιδιαίτερη σχέση από τον καιρό που κι εγώ ήμουνα παιδί. Ο πατέρας μου –από εκείνον είχα τις πρώτες και βασικές μουσικές μου εμπειρίες- συνήθιζε τα κυριακάτικα πρωινά να χουζουρεύει έχοντας με στην αγκαλιά του και να μου τραγουδά άλλοτε τραγούδια από οπερέτες των αρχών του 20 αιώνα, άλλοτε  μουσικά δραματάκια του Αττίκ κι άλλοτε τις μεταπολεμικές επιτυχίες  της Ζαχά και του Γούναρη.
Η κλασικές συνθέσεις εισέβαλαν (κυριολεκτώ με τον όρο) στη φοιτητική ζωή μου όταν φίλος καλός μου χάρισε ένα δίσκο 33 στροφών με τις εισαγωγές του Ροσσίνι.
Κι ενώ είχα συναίσθηση –ως γνήσιος αθηναίος, γόνος γνήσιων σμυρνιών- πως αγνοούσα τη δημοτική μας παράδοση (θα έπρεπε να περιμένω κάποια χρόνια να συναντήσω την αδρή φωνή της Δόμνας Σαμίου), κι ενώ ως νέος άνδρας μπορούσα να κάνω δικές μου τις συνθέσεις του Νέου Κύματος, του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, ήρθε άξαφνα να με συνεπάρει ένας δίσκος που αφορούσε –υποτίθεται- το παιδί μου.
«Ο Μορμόλης» -εκείνος ο δίσκος που πήραμε μετά την παράσταση  της Παιδικής Σκηνής της Ξένιας Καλογεροπούλου- με έκανε να σκεφτώ  πως είναι δυνατό να υπάρχει και  μουσική που μπορεί να έχει γραφτεί κυρίως  για παιδιά, αλλά παράλληλα να διαθέτει και όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν και ένα ενήλικο να παρασύρεται και να σιγομουρμουρίζει το ρυθμό και τους στίχους της.
Μουσική Γιάννης Σπανός, στίχοι Εύας Κυριαζή (νομίζω πως πίσω από την άγνωστη στιχουργό κρυβότανε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος)
Κι ενώ όλοι στην οικογένεια τραγουδούσαμε  Ο Μορμόλης είναι Μορμόλης και μεις είμαστε εμείς,  από το κρατικό ραδιόφωνο ο Μάνος Χατζιδάκις έδινε την ευκαιρία σε νέους συνθέτες και στιχουργούς να γράψουν μουσική  για παιδιά με άλλες προδιαγραφές, πολύ διαφορετικές από εκείνες που στα τραγουδάκια των δικών μου παιδικών χρόνων ίσχυαν.
Η Λιλιπούπολη  γινότανε ένας από τους μουσικούς  πυλώνες που θα καθόριζαν πολλά μουσικά δρώμενα της δεκαετίας του ’80.
Στην ίδια δεκαετία εγώ και  κάποιοι ακόμα άλλοι συγγραφείς αποφασίζαμε να γράφουμε βιβλία για παιδιά με προδιαγραφές παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν στη λογοτεχνία για ενήλικες.
Κάπως έτσι οι Τέχνες αλληλοεπηρεάζονται και κάπως  έτσι οι δημιουργοί επεμβαίνουν στο έργο άλλων καλλιτεχνών.
                                            *****************************
Όλα αυτά τα σκέφτηκα, όταν λίγο πριν από  τη μέρα των Χριστουγέννων βρέθηκα στην παρουσίαση του μουσικό άλμπουμ της Τατιάνας Ζωγράφου «Φόραγε κίτρινο σκουφί».
Πρόκειται για ένα cd με 15 τραγούδια για παιδιά.
Αλλά… Ναι, καθώς κάποια από αυτά άκουσα κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στο café του ΙΑΝΟΥ  και τα υπόλοιπα μέσα στο αυτοκίνητό μου όπως οδηγούσα επιστρέφοντας στο σπίτι, στη σκέψη μου ήρθαν όλα όσα πιο άνω προσπάθησα να καταγράψω και έτσι χάρηκα καθώς διαπίστωνα πως παρά την πίεση τηλεοπτικών προγραμμάτων όπου επιχειρείται μια ολοκληρωτική επικράτηση μουσικής αναλώσιμης, εξακολουθούν να βρίσκουν τρόπους να εκφραστούν καλλιτέχνες που θεωρούν ως μεγίστη αξία την ‘ενήλικη παιδικότητα’.
Ενήλικη παιδικότητα –ένας ιδιαίτερα εύστοχος χαρακτηρισμός αυτού του είδος της Τέχνης που ενώ γράφεται ή συνθέτεται από ενήλικες έχει ως βασικό (μα και όχι μοναδικό) αποδέκτη της άτομα μικρής ηλικίας.
Τον χαρακτηρισμό αυτόν τον άκουσα να το λέει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου και ομολογώ πως αισθάνθηκα πως βρήκα  την έκφραση που χρόνια τώρα αναζητούσα για να περιγράψω αυτό που αισθάνομαι όταν κι εγώ γράφω για παιδιά.
Το cd αυτό, λοιπόν, έχει την υπογραφή της Τατιάνας Ζωγράφου. Μουσικός με σημαντικές σπουδές και με  πολύ καλή γνώση της παιδικής αισθαντικότητας καθώς η ίδια διδάσκει μουσική σε μεγάλο σχολείο της Αθήνας. Έχει στο παρελθόν κυκλοφορήσει και άλλα cd  με τραγούδια που απευθύνονται σε παιδιά. Λίγα, ελάχιστα από αυτά είχε τύχει να ακούσω.
Στην ουσία, αυτό το cd με τον τόσο ευρηματικό τίτλο –«Φόραγε κίτρινο σκουφί»-  είναι το πρώτο που με προσοχή άκουσα … Και ξανάκουσα.
Και όπως τότε με τα τραγούδια του Μορμόλη και της Λιλιπούπολης, έτσι και τώρα την ίδια αίσθηση ενήλικες παιδικότητας εισέπραξα πρώτα και στη συνέχεια την μετέφερα στην καθημερινότητά μου.
Η Τατιάνα χρησιμοποιεί διάφορους ρυθμούς –από Blues έως μπαλάντες.  Και με σαφήνεια έχει αποφασίσει να δείξει πως συνεχίζει την παράδοση του μεγάλου Χατζιδάκι και των όσων ηχητικών παιχνιδιών εκείνος επέτρεψε να ακουστούν μέσα από τα τραγούδια μιας εκπομπής που αν και παιδική, με πάθος την άκουγαν και οι ενήλικες.
Πέρα από τους δόκιμους μουσικούς που χρησιμοποίησε, πέρα από την ενορχήστρωση του Δημήτρη Μπουζάνη που φώτισε τους στόχους των συνθέσεων, είχε και την ευτυχία να τραγουδήσουν τα τραγούδια της δόκιμοι τραγουδιστές, αλλά και νέοι ιδιαιτέρως ταλαντούχοι – Πρωτοψάλτη, Μαχαιρίτσας, Νταλάρας, Ζερβουδάκης, Πανουργιά, Παπανικολάου, Στρατηγού, Φασούλη κ.α. Συμμετέχει ακόμα  η παιδική Χορωδία Αρσακείων – Τοσιτσείων Σχολείων.
Και βέβαια η συνθέτης ευτύχησε επίσης να έχει στίχους ισάξιους με εκείνους που κάποτε υπέγραφε η Μαριανίνα Κριεζή.
Από το αρχικό –και  έτοιμο να γίνει ένα σουξέ: φόραγε κίτρινο σκουφί  η Κοκκινοσκουφίτσα και λύκο δε  συνάντησε, μονάχα μια νυφίτσα- τραγούδι με τον ομόνυμο τίτλο όλου του cd που το υπογράφει ο Μάκης Τσίτας, μέχρι το τελευταίο, το τόσο  νοσταλγικό : Στη χώρα που δεν έχει χρόνο, ούτε φεγγάρι ούτε πρωί, ένα σπιτάκι φέγγει μόνο, αυτό που ήμουνα παιδί- της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, οι ρυθμοί εναλλάσσονται και τα λόγια σε τραβάνε σε σκιρτήματα συναισθημάτων. Κι έτσι η Φίλια Δενδρινού  βεβαιώνει πως: Σίγουρα θα προσέξατε, μέσα στις ιστορίες, υπάρχουν χίλια δυο όνειρα και χίλιες αγωνίες, η Βεατρίκη Κάντζολα – Σαμπατάκου διαπιστώνει πως: Και είναι τώρα σκοτεινό και αδειανό το βράδυ, κι απ΄ του ουρανού την αγκαλιά γλιστράει το φεγγάρι, η ίδια η Τατιάνα Ζωγράφου διαπιστώνει πως:  Είπανε πως ήταν γρύλος κι η αγάπη τους αυτή κράτησε χιλιάδες χρόνια σαν παλιό, καλό κρασί, και μέσα σε παρόμοιο κλίμα κινούνται και οι στίχοι των άλλων στιχουργών (Μαριάννα Αβούρη, Ελισάβετ Τάρη, Στέλλα Τζίβα).
Αξίζει να αναφέρω και τη ζωγραφική σύνθεση του εξωφύλλου –ένα κίτρινο 2CV  (έργο του ζωγράφου Χρήστου Κεχαγιόγλου)* φέρνει  κι αυτό τον απόηχο μιας ενήλικης παιδικότητας.
Τελικά ένα cd που δεν τραυματίζει τη μουσική παιδεία των παιδιών, ενώ συνοδοιπορεί με την ενήλικη παιδικότητα των μεγάλων.

 Πρώτη δημοσίευση:

 http://diastixo.gr/allestexnes/mousiki/8722-zografou-kitrino-skoufi-10



30.12.17

Ιδιαίτερο συγγραφικό τέχνασμα


Γράφει η Βασιλική Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός
Υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών

Το νέο  βιβλίο του Μάνου Κοντολέων «Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα» αποτελεί την διασκευή ενός κλασικού έργου του Φρανσουά Ραμπελαί. Είναι ένα βιβλίο που κατά τη συγγραφή του πληθώρα συναισθημάτων κατακλύζουν το συγγραφέα.
Αφιερωμένο, στην κλασική μορφή του, στον ίδιο όταν ήταν παιδί από την δασκάλα του. Αφιερωμένο τώρα όχι μόνο στη μνήμη της δασκάλας του αλλά και στους εκπαιδευτικούς που αγαπούν τα δικά του βιβλία.... και είναι πολλοί.
Γραμμένο με έναν μοναδικό τρόπο όπου ο γιγάντιος μικρούλης Γαργαντούα μεγαλώνει με τη φροντίδα του υπηρέτη του. Ιδιαίτερο συγγραφικό τέχνασμα του συγγραφέα η δημιουργία του ήρωα αυτού που αγαπητός από την πρώτη στιγμή αναδύει συναισθήματα οικεία στον μικρό αναγνώστη. Πολλοί είναι εκείνοι που φροντίζουν ένα παιδί, γονείς, παππούς, γιαγιά, δάσκαλος. Για τον μικρό γιγάντιο Γαργαντούα τη φροντίδα έχει αναλάβει ένας τοσοδούλης, μοναδικός, μεγάλος «δάσκαλος».
Ο  Μάνος Κοντολέων στα πιο πρόσφατα έργα του έχω την αίσθηση ότι διακατέχεται από μια έγνοια, μια αγωνία να «οδηγήσει» τον νέο αναγνώστη χωρίς καμία προσπάθεια διδακτισμού ή καταναγκασμού. Στο «Μανόλο και Μανολίτο» υπάρχει ένας παππούς που μαζί με τον μικρό Μανολίτο περνούν υπέροχα μαθαίνοντας ο ένας από τον άλλο...  αλλά και στο «Νησί της Ροδιάς» και στο «Φεύγει Έρχεται».
Ιδιαίτερα όμως σε αυτό το βιβλίο θα απολαύσει ο αναγνώστης την εναλλαγή μεγάλου μικρού σε καθημερινά θέματα. Όσο όμως μεγάλος – γιγάντιος είναι ο μικρός Γαργαντούα ο υπηρέτης- φροντιστής του που προσφέρει κάτι πολύ μεγάλο, την ανιδιοτελή αγάπη, την φροντίδα χωρίς όρια, την έγνοια να γίνει μοναδικός ο μικρός γιγάντιος Γαργαντούα όταν μεγαλώσει. Αυτή δεν είναι και η έγνοια των εκπαιδευτικών; Αυτή είναι και των συγγραφέων διότι μέσα από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων τα παιδιά «ταξιδεύουν» και χαρτογραφούν τον κόσμο τους.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το νιώθεις σαν νε έχεις έναν άνθρωπο να είναι δίπλα σου και να συνομιλεί μαζί σου. Ο τρόπος περιγραφής των καθημερινών αστείων «δυσκολιών» που συναντά ο μικρός υπηρέτης φροντίζοντας τον Γαργαντούα αλλά και η εναλλαγή συμπεριφορών λόγω των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων κάνει το νέο αναγνώστη να κατανοήσει πολλά για την εποχή που γράφτηκε το πρωτότυπο βιβλίο.
Θεωρώ ωστόσο αναγκαίο η συγγραφή των κλασικών έργων να γίνεται από συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας για παιδιά και νέους διότι με αυτόν τον τρόπο επικαιροποιούνται, γίνονται πιο προσιτά. Όταν μάλιστα γράφονται εκ νέου από τον Μάνο Κοντολέων το αποτέλεσμα δικαιώνει τον συλλογισμό μου στο έπακρο.

Βασιλική Ρεσβάνη
Εκπαιδευτικός
Υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών


18.12.17

"Φεύγει - Έρχεται" στο... περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Η Λότη Πέτροβις - Ανδρουτσοπούλου γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ



Η τρυφερή αυτή ιστορία αναφέρεται σε όσα βιώνουν τα μικρά παιδιά όταν συχνά μεταναστεύουν μαζί με τους γονείς τους, με επακόλουθο το συνεχές πήγαιν’ έλα μεταξύ του νέου τόπου διαμονής και της πατρίδας τους, όπου τα περιμένουν παππούδες, γιαγιάδες και συγγενείς.
Οι δύο συγγραφείς –πατέρας και κόρη– καταγράφουν όλο γνώση κι ευαισθησία τα συναισθήματα μικρών και μεγάλων. Ένα ασυνήθιστο βιβλίο, με θέμα μια συνηθισμένη πλέον κατάσταση.
Η ανάγνωσή του, πέρα από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει, μπορεί να δώσει αφορμή για να εξωτερικευτούν μέσω της συζήτησης τα αισθήματα όσων –μικρών και μεγάλων– βιώνουν ή ακούν για παρόμοιες καταστάσεις. Εμπειρία εξαιρετικά πολύτιμη
για την ψυχική υγεία των παιδιών.
Λ.Π.-Α.
Περιοδικό Διαδρομές, τεύχος 124 Χειμώνας 2017