24.6.17

Ταξίδια με τη μαμά


Αθηνά Ανδρουτσοπούλου
«Ταξίδια με τη μαμά»
Εκδόσεις Λιβάνη
                                     

Είναι απολύτως γνωστή και αποδεχτή η προτροπή προς τους γονείς να ‘στήνουν’ τη σχέση τους με τα παιδιά τους με τη βοήθεια της αφήγησης παραμυθιών.
Οι ήρωες μιας ιστορίας γίνονται η βάση της ανάπτυξης μιας σχέσης, αλλά παράλληλα βοηθάνε και τον ανήλικο ακροατή τους να αναγνωρίζει τις δικές του δυνάμεις και τις δικές του αδυναμίες.
Αλλά αν τα φανταστικά πρόσωπα ενός παραμυθιού μπορεί να πάρουν επάνω τους το ρόλο ενός  Δασκάλου και να μάθουν σε ένα παιδί το τι σημαίνει για παράδειγμα να βοηθάς τον συνάνθρωπό σου (όπως ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας του Όσκαρ Ουάιλντ)  ή να μην κρίνεις πρόχειρα τον άλλον  από την εξωτερική εμφάνιση  και μόνο (Η Πεντάμορφη και το Τέρας), πόσο πιο έντονα εγγράφονται στη ψυχή και στο νου του μικρού αναγνώστη – ακροατή παραδείγματα που στηρίζονται στη ζωή ενός  αληθινού προσώπου, ενός ανθρώπου που με το έργο του άλλαξε την πορεία της Ανθρωπότητας στον τομέα τουλάχιστον μέσα στον οποίο εκείνος έδρασε.
Με άλλα λόγια –πόσο σημαντικό είναι να μαθαίνουν τα παιδιάς μας (με τη μορφή απλών αφηγήσεων) τη ζωή και το έργο σημαντικών ανθρώπων της Τέχνης και της Επιστήμης. Και είναι σημαντικό όχι μόνο για να αναγνωρίσουν από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους το τι σημαίνει να προσφέρεις στους άλλους τη χαρά της Τέχνης ή την βοήθεια της Σκέψης, αλλά και το πόσο ουσιαστικό είναι να αποφασίσεις να ακολουθήσεις το Όνειρό σου, ακόμα κι όταν μπροστά στο όραμά σου υψώνονται πολλά και δύσκολα εμπόδια.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν, στα παιδιάς μας με τρόπο απλό, αλλά ουσιαστικό για τον Κάρολο Δαρβίνο, τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τον Ζίγκμουντ Φρόιντ, τη Μαρία Κιουρί, την Βιρτζίνια Γουλφ και τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Αυτή είναι η προτροπή της Αθηνάς Ανδρουτσοπούλου, την οποία μας παρουσιάζει με το βιβλίο της «Ταξίδια με τη μαμά».
Η Αθηνά Ανδρουτσοπούλου είναι ψυχολόγος και στο παρελθόν έχει επίσης κυκλοφορήσει βιβλία που στηρίζονται σε θέματα που απασχολούν ένα παιδί και στο πως αυτά μπορεί ένας γονιό ς να τα αναλύσει και πάνω τους να στηρίξει μια συζήτηση – ενημέρωση.
Στο τελευταίο της αυτό βιβλίο στρέφει την προσοχή της στον τρόπο που μπορεί η παροχή πληροφοριών για τη ζωή κάποιων σημαντικών ανθρώπων  να βοηθήσει ένα παιδί να κατανοήσει το πόσο σημαντικό είναι να συνειδητοποιείς την κλίση σου, να πιστεύεις σε αυτή και εν τέλει να αφιερώνεις όλη σου τη ζωή στο  να δεις το όνειρό σου να γίνεται πραγματικότητα, να αναγνωρίζεται και από τους άλλους, αλλά κυρίως να καλύπτει εσένα τον ίδιο.
Με το πρόσχημα μιας συζήτησης μητέρας και κόρης  που μετατρέπεται σε σύντομα ταξίδια μέσα στο χρόνο και σε διάφορους τόπους, ο αναγνώστης  γνωρίζει την προσωπικότητα του Ντα Βίντσι, τις ανακαλύψεις του Δαρβίνου, ξεναγείται στο εργαστήρι της Μαρίας Κιουρί, μαθαίνει το πώς χρησιμοποίησε τα όνειρα ο Φρόιντ, πλησιάζει την σύνθετη προσωπικότητα μιας συγγραφέας όπως αυτή της Βιρτζίνια Γουλφ, ανιχνεύει τη γοητεία των χρωμάτων έτσι όπως γοήτεψαν τον Βαν Γκογκ.
Καθώς τα σύντομα αυτά τα ταξίδια ολοκληρώνονται, οι σχέσεις μάνας και παιδιού έχουν γίνει πιο βαθιές και πάνω απ΄ όλα  έχει φωτιστεί η σημασία της εργασίας που είναι προσφορά και δημιουργία.
Σε μια εποχή όπου προβάλλονται επιφανειακά και αναλώσιμα είδωλα, είναι πολύ, μα πολύ ουσιαστικό να δίνεται η ευκαιρία στους αυριανούς πολίτες να μάθουν πως αυτήν την κοινωνική ανάπτυξη   την οποία απολαμβάνουν ,  την έχουν δημιουργήσει άνθρωποι που πιστέψανε στη διάρκεια των εμπνεύσεων και δεν φοβηθήκαν τον μόχθο. Και πως τελικά τα αληθινά είδωλα –πάει να πει τα πρόσωπα που αξίζει κανείς να θαυμάζει- είναι άτομα τα οποία την ίδια στιγμή που πιστέψανε πολύ στις δυνάμεις του ‘εγώ’ τους, την ίδια στιγμή χαρίζανε στους άλλους την ευκαιρία να ανακαλύψουν κι εκείνοι τα δικά τους  ‘εγώ’.


 Πρώτη ανάρτηση: http://www.iporta.gr/politismos/vivlio/item/12066-taksidia-me-ti-mama-apo-tis-ekdoseis-livani-tou-manou-kontoleon

21.6.17

Η "Αμαρτωλή Πόλη" στον Αναγνώστη


Γράφει ο Ανδρέας Καρακίτσιος


Ο Μάνος Κοντολέων επιλέγει συνήθως τα θέματά του εν θερμώ και κατά κανόνα εφαρμόζει νεότροπες αφηγηματικές τεχνικές, ενώ πειραματίζεται με ποικίλα αφηγηματικά  σχήματα. Στο μυθιστόρημα «Αμαρτωλή πόλη» βρίσκεται σε φόρμα: κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος η γενικευμένη και σε πλήρη εξέλιξη κρίση, οι αφηγηματικές επιλογές (πολυεστιακά σκηνικά και αντίστοιχα επεισόδια) οι πολύτροπες οπτικές γωνίες και οι γλωσσικές επιλογές που «δείχνουν» τεχνικές εσωτερικού μονολόγου. Η γλώσσα στη δομή της ( εναλλαγή προσώπων, αποσιωπητικά) μετατρέπεται ακόμα πιο πολύ σε μια τυπική περίπτωση εσωτερικού  μονολόγου. Έχουμε την εντύπωση ότι μπαίνουμε μέσα στα μάτια, στο  μυαλό και στην ψυχή της Στεφανίας και τα βλέπουμε όλα μέσα από αυτήν αλλά και μέσα και από τους άλλους τους ήρωες.

Η ιστορία  εξελίσσεται χωρίς περιττές καταγραφές τοπίων και ανθρώπων. Ίσα- ίσα με διατυπώσεις ευσύνοπτες και με λιτές γραμμές καταγράφονται χαρακτήρες και καταστάσεις, έτσι ώστε να αφήνεται στο μυαλό του αναγνώστη  η ελευθερία να ολοκληρώσει αυτός το πορτρέτο του κάθε ήρωα, του κάθε τοπίου και του κάθε γεγονότος. Η μετωνυμία ως τρόπος καταγραφής  της αναπαριστώμενης πραγματικότητας προβάλλει με έναν πληθωρικό τρόπο και η τεχνική του «δείχνω» και δεν «περιγράφω» λεπτομερώς είναι πάντοτε στο προσκήνιο.

Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της γλώσσας του που συνεχώς δουλεύονται από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα εμφανίζονται και εδώ ολόφρεσκα. Εντυπωσιάζει η δεινότητα της γραφής του Mάνου Κοντολέων με το ιδιότυπο ύφος που κυλάει αβίαστα χάρη στην εσωτερικότητα του ρυθμού και την ακουστική της αρμονία, έτσι που να νιώθει ο αναγνώστης ότι ακούει στίχους. Η γλώσσα του ελλειπτική, αφαιρετική και συμπυκνωτική,  πλησιάζει σε κάποιες περιπτώσεις την υφή του ποιητικού στίχου, πχ.

Αμαρτία άλλοτε όμορφη ως έρωτας των αστεριών….

Ανώριμοι άνθρωποι. Αστόχαστοι πολίτες.

Ξεγελασμένοι, θύματα και παραπλανημένοι,.

Είχαν φτάσει τα χρόνια των διαψεύσεων-

 της απάτης και της ήττας.

Η «αμαρτωλή πόλη» είναι ένα μυθιστόρημα κρίσης, μιας κρίσης καθολικής και πολυδιάστατης, που εδώ εμφανίζεται ως πολυδιάστατο κοινωνικό φαινόμενο, σε τρία επίπεδα. Η κρίση σε πρώτο επίπεδο εγγράφεται ως μια  οικιστική και περιβαλλοντική παρακμή και παραίτηση, πχ δρόμοι έρημοι, μαγαζιά κλειστά, σιωπηλές βιτρίνες, σε ένα άλλο επίπεδο η κρίση αποτυπώνεται ως μια βαρύτατη οικονομική ένδεια που υποβάλλει σε δοκιμασία τις ανθρώπινες  σχέσεις και σε ένα άλλο  επίπεδο το τρίτο το πρόβλημα διατυπώνεται με ερωτήματα περί κοινωνικών αξιών και κανόνων, ήθους και συμπεριφοράς.

Τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες κρατούν τους πρωτεύοντες ρόλους και συγκροτούν τις συμβολικές δυάδες. Κλεάνθης/ Στεφανία, ( πατέρας και κόρη) και Χρύσα / Τονίνο ( μητέρα και γιος) συνθέτουν ένα μαγικό τετράγωνο ανοιχτό σε συσχετίσεις και συνειρμούς. Οι ενήλικες, Κλεάνθης και Χρύσα αγωνίζονται μάλλον βουβά και σιωπηλά. Αντίθετα οι δυο νεαροί προσπαθούν, αλλά σε κάθε τους βήμα παραμονεύει μια απογοήτευση ισοδύναμη με μια βίαιη ωρίμανση και ενηλικιωτική διαδικασία.

Η Στεφανία 16 ετών και ο συνομήλικος Τονίνο είναι δυο δραματικά  πρόσωπα, αλλά πιο εμφατικός είναι ο χαρακτήρας του Τονίνο, που καταφέρνει να είναι εκείνος που στέκεται όρθιος, γιατί εκείνος ίσως  καταπιέστηκε περισσότερο και μάλιστα από καιρό και προ κρίσης. Ο Τονίνο μάχεται για  τον αυτοπροσδιορισμό του, την ενοχικότητα, την πάλη για την απελευθέρωση και την αποδοχή της ταυτότητας που το σώμα διαλέγει, την αναμέτρηση ανάμεσα σε ό,τι η φύση προστάζει και σ’ εκείνο που η εκάστοτε κοινωνική εξουσία ορίζει. Ο Τονίνο και η Στεφανία, μοιάζουν προς στιγμή να εγκλωβίζονται. Τελικά όμως εξαγνίζονται στην εξέλιξη της ιστορίας, καθώς ονειρεύονται την υπόσχεση μιας άλλης ζωής. Κάπως έτσι κλείνει το μυθιστόρημα, με την υπόσχεση μιας άνοιξης αλλά και με την υπολανθάνουσα διάθεση να μην κλείσει η ιστορία…



Και σε αυτό το μυθιστόρημα θα ανακαλύψουμε το είδωλο/φιγούρα/πρόσωπο μιας γυναίκας πρωταγωνίστριας που έρχεται από πολύ μακριά και εξελίσσεται μέσα από τα πρόσφατα διαδοχικά  μυθιστορήματα του Μ. Κοντολέων «Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεξ με λένε»2011, «Μέλι κόλλησε στα χείλη», 2013. Για τους φανατικούς αναγνώστες του Μ. Κοντολέων η Ρεγγίνα, η Μέλω,  και η Στεφανία, είναι οι πρωταγωνίστριες των παραπάνω μυθιστορημάτων που μοιάζουν πολύ και εξελίσσονται, ωριμάζουν και ενηλικιώνονται, θαρρείς με τον ίδιο τρόπο.

Ιδιαίτερα μοιάζουν η Ρεγγίνα με την Στεφανία και τη Μέλω, μια και οι τρεις τους αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα: φτώχεια, δύσκολη προσαρμογή σε νέες συνθήκες. Υποκύπτουν και στον σωματέμπορα που τις πολιορκεί ή σε κάτι ανάλογο. Είναι αυτές οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στις ηρωίδες που δείχνουν τις δεσπόζουσες επιλογές του συγγραφέα στην κατασκευή της γυναικείας φιγούρας, αγαπημένη και λατρεμένη επιλογή στα τελευταία του μυθιστορήματα.

Πρώτη ανάρτηση:

http://www.oanagnostis.gr/a%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%AE-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%AD%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85/

20.6.17

"Τυχερές και άτυχες μέρες"... στην Εφημερίδα 'Θεσσαλία'

Ο Βασίλης Κουτσιαρής στην ‘Θεσσαλία΄, έγραψε:

Η άτυχη μέρα του Λάκη και της Λόλας/ Η τυχερή μέρα της θείας Λίλης

Εικόνες: Ναταλία Καπατσούλια

Ψυχογιός

Δυο μοναδικές ιστορίες έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε στο νέο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων. Στην πρώτη ιστορία ο ήρωας θα επισκεφτεί με την αδελφή του το παγκοσμίου φήμης τσίρκο Circolano με σκοπό να είναι αυτοί που οι ακροβάτες θα χαρίσουν τις μπάλες τους. Στη δεύτερη ιστορία ο ήρωας ανήμερα της Πρωτοχρονιάς πηγαίνει στο σπίτι της θείας του για να κάνει αυτός ποδαρικό, μια που η προληπτική θεία του τον θεωρεί γουρλή. Όμως, στον δρόμο τον καθυστερεί ένας φίλος του και από την ανοιχτή πόρτα μπαίνει μέσα ένας άστεγος…
Ο συγγραφέας με την εξαιρετική πένα του καταφέρνει για μια ακόμα φορά να δώσει με μπόλικο χιούμορ και ευτράπελα  δυο απολαυστικές ιστορίες θίγοντας σοβαρά θέματα όπως την προσφορά στον συνάνθρωπο, τις προλήψεις, τη μαύρη αγορά και πολλά ακόμα.

Δυο είναι τα εξώφυλλα, για να επιλέξει ο αναγνώστης την ιστορία από την οποία θα ξεκινήσει. Εξαιρετική πρόταση με ασπρόμαυρη εικονογράφηση από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Το σκλαβάκι της Κνωσού

Ελένη Κατσαμά
«Το σκλαβάκι της Κνωσού»
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
                  
                              


…Είχε περάσει τα πεθαμένα πουλιά που κρέμονταν σαν κρόσσια γύρω από τη ζώνη της και στάζανε τα αίματά τους στα πόδια της. Τα αίματα.  Σ΄ αυτό τον τόπο έσταζε αίμα. Το χώμα είχε ποτίσει απ΄ το αίμα των ανθρώπων κι απ΄ το αίμα των ζώων. Αίμα κυλούσε στη χαρά απ΄ τα σφαχτά, αίμα κυλούσε στον φόβο απ΄ τις θυσίες, αίμα στον πόλεμο από τα θύματα, αίμα στην ειρήνη από τις δωρεές. Πίστευα πως γι΄ αυτό κοκκίνιζε ο ουρανός και μερικές φορές κι η θάλασσα. Από το αίμα του θανάτου.
Ας θυμηθούμε μετά από λίγες αράδες αυτήν την παράγραφο.
Να τη θυμηθούμε αφού πρώτα αποφασίσουμε αν υπάρχει ή όχι λογοτεχνία για παιδιά. Λογοτεχνία –έγραψα- και όχι βιβλίο με απλές  αφηγήσεις για παιδιά.
Υπάρχουν πάρα πολλοί που ισχυρίζονται πως λογοτεχνία για παιδιά δεν μπορεί να υπάρξει από τη στιγμή που ο συγγραφέας ενός τέτοιου έργου επιλέγει με διάθεση αυτολογοκρισίας το τι θα πει και το πώς θα το πει.
Υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν πως μια απλοϊκή αφήγηση, μια απλή εξιστόρηση ενός συμβάντος, η επιδερμική περιγραφή καταστάσεων και η παρουσίαση μερικών ανθρώπινων τύπων με τρόπο σχηματικό, υλοποιούν κείμενα που ίσως να μπορούν να κρατήσουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός μικρής ηλικίας αναγνώστη και  γι αυτό πάντως δικαιούνται να θεωρηθούν ως λογοτεχνικά έργα.
(Βέβαια, παρόμοια άποψη επικρατεί και σε έργα που θέλουν να θεωρούνται λογοτεχνία για ενήλικες. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο –αν και παρόμοιο- θέμα για ένα άλλο σημείωμα).
Προς ώρας παραμένουμε στη λογοτεχνία για παιδιά.
Τώρα, λοιπόν, ας διαβάσουμε ξανά την πρώτη παράγραφο αυτού του σημειώματος.
Νομίζω πως αποδεικνύει  το λάθος ισχυρισμό των πρώτων (των αρνητών της λογοτεχνίας για παιδιά) και την  άγνοια των δεύτερων, αυτών δηλαδή, που πιστεύουν πως η λογοτεχνία για παιδιά κινείται μέσα στα πλαίσια συμβατικών εξιστορήσεων.
Η παράγραφος αυτή ανήκει στο μυθιστόρημα «Το σκλαβάκι  της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά.
Είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από μια συγγραφέα της νεώτερης γενιάς που όπως και στα προηγούμενα τρία της βιβλία (για παιδιά), έτσι και σε αυτό έρχεται να μας πείσει πως τελικά η πλοκή μέσα από τη γλώσσα και μόνο στήνεται.
Κανόνας που είναι περισσότερο γνωστός με την έκφραση: Στη λογοτεχνία δεν έχει τόση σημασία το τι λες όσο το πώς το λες.
Η Κατσαμά (έχει γράψει και δυο άλλα ακόμα βιβλία που ανήκουν στην επονομαζόμενη ‘ενήλικη’ λογοτεχνία) διακρίνεται τόσο από την εύπλαστη χρήση των λέξεων όσο και από την απρόσμενη αντιμετώπιση του θέματος που κάθε φορά πάνω του στηρίζει την υπόθεση των βιβλίων της.
Μένουμε στα δυο προηγούμενα ως πλέον ολοκληρωμένες  συνθέσεις του συγγραφικού σύμπαντος της Ελένης Κατσαμα. Στο «Κοσμοδρόμιο» (2011) η παγκοσμιοποίηση δείχνει με την εμφάνιση προσωπικών μαρτυριών την ηθική ή μη  πολλαπλότητα των σχεδιασμών της.  Στο «Γορίλας στο φεγγάρι»(2014)  η ηρωίδα αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις της ελληνικής επαρχίας.
Στο πρώτο επικρατεί ο ρεαλισμός, στο δεύτερο ο συμβολισμός. Και στα δυο η πολιτική διάσταση δεν θέλει με τίποτε να κρυφτεί.
Έτσι κι εδώ –στο «Σκλαβάκι της Κνωσού».  Τώρα επιστρέφουμε στο απώτατο παρελθόν και συγκεκριμένα στην Κρήτη της εποχής του Μίνωα. Αλλά όποιος θα περίμενε μια αφήγηση εκείνων των ημερών με βάση τα σχολικά εγχειρίδια, θα ξαφνιαστεί.
Ο Μίνως είναι ένα γερασμένο, καχεκτικό φαφούτικο γερόντιο. Μα άρχει. Με τη χρήση του φόβου. Και όταν ο απελευθερωτής της υπόδουλης Αθήνας θα φτάσει στην Κνωσό με τη μορφή του Θησέα, αυτός δε θα έχει  τα γνωστά χαρακτηριστικά του αγνού πατριώτη.
Στον καταπιεστή ένας άλλος καταπιεστής θα σταθεί απέναντι. Ανάμεσά τους ένα κορίτσι που ο πατέρας του πεθάνει για ιδανικά, ένα άλλο που συνομιλεί με αστέρια, ένας καλλιτέχνης που τιμά την Τέχνη και τον πατέρα του, ένα αγόρι που του στερήσανε την ταυτότητά του.  Το μέλλον δικό τους. Θα το διεκδικήσουν και θα το κερδίσουν με τον δικό τους τρόπο –την ελευθερία στη σκέψη και στο συναίσθημα.
Πολιτική και εδώ, λοιπόν, ματιά. Και ανάμεσα στους άρχοντες  και στους επαναστάτες, ένα σκλαβάκι, προσφυγάκι που μέσα από τη δικιά του την αφήγηση  ο αναγνώστης θα αναζητήσει τις σχέσεις που συνδέουν τις αυτοκρατορίες του χτες, με αυτές του σήμερα.
Αυτή την τόσο ολοκληρωμένα πρωτότυπη εξιστόρηση μιας περιόδου που  έχουμε με άλλο τόπο γνωρίσει  (και που ακριβώς αυτή η ανατροπή της αποτελεί  ένα από τα βασικά  ζητούμενα κάθε λογοτεχνικής αφήγησης) η Ελένη Κατσαμά την συνθέτει με μια εντελώς δική της γλωσσική υπόσταση. Δεν εννοώ πως χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις που δεν έχουν ποτέ πιο πριν χρησιμοποιηθεί (κάτι τέτοιο στην ουσία θα ήταν και αδύνατον), αλλά  επιστρατεύει εικόνες και σκέψεις που ταυτίζονται απόλυτα με τις λέξεις που θα τις καταγράψουν.
Όταν, για παράδειγμα, θέλει να  σημειώσει την ενοχική σχέση επιστήμης / τεχνολογίας  και εξουσίας, γράφει: «Θλιβερά βουνά στοιβάζονται τα καπρίτσια του βασιλιά» συνέχισε εκείνος (ο Δαίδαλος) χωρίς να περιμένει απάντηση από εμένα «κορόνες και χρυσά αμάξια, αλλά διεφθαρμένοι ιερείς αποφασίζουν για την τύχη μας. Αλήθεια, πες μου, σκλαβί, ήρθε εν τέλει η παραγγελία του  από τα μέρη σου;  Ήρθε η μασέλα του βασιλιά με τα χρυσά εμφυτεύματα από δόντια λύκου για ν΄ αντικαταστήσουμε τα σάπια; Χαμογέλασε λυκίσια ο βασιλιάς ή ακόμα βρομάνε τα χνότα του σαπίλα;»
Άκουγα την οργή του Δαίδαλου να του παίρνει χρόνο από τη ζωή του και λυπόμουνα.
«Γιατί δεν φεύγεις δάσκαλε; Εσύ έχεις τον τρόπο» είπα.
Τότε γύρισε και με κοίταξε χωρίς ίχνος σπίθας μέσα στα μάτια του.
«Γιατί είμαι δειλός, αγόρι μου» είπε και μ΄ έπιασε με τα καρβουνιασμένα δάχτυλά του απ΄ τα μάγουλα και το κεφάλι κλαίγοντας και φτύνοντας το βάρος της πίκρας του. «Γιατί είμαι κι εγώ συνεργός του βασιλιά στα εγκλήματα»
Δε νομίζω πως χρειάζεται  να αναζητήσω περισσότερες αποδείξεις για να επιβεβαιωθεί αυτό με  το οποίο ξεκίνησα  αυτήν την κριτική προσέγγιση - Η γλώσσα είναι που φτιάχνει την πλοκή.
Νομίζω πως εκφράσεις  όπως :άκουγα την οργή να παίρνει χρόνο από τη ζωή και ακόμα: φτύνω το βάρος της πίκρας μου, επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή.
Και τελικά ας αποφασίσουμε πως στη λογοτεχνία δεν είναι το κείμενο που αναζητά τον αναγνώστη του, αλλά ο εκάστοτε αναγνώστης που αναλόγως των προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων (μια από αυτές, μα όχι η μόνη, είναι και η ηλικία) προσεγγίζει το κάθε κείμενο.
Από αυτή τη σκοπιά αν δούμε το όλο θέμα της ύπαρξης ή μη λογοτεχνίας για παιδιά, ίσως θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι  όχι πως μια τέτοια λογοτεχνία υπάρχει ή δεν υπάρχει, αλλά μάλλον πως η λογοτεχνία είναι μία και μόνη.


Πρώτη ανάρτηση:   http://diastixo.gr/kritikes/efivika/7270-sklavaki-knosou


15.6.17

Με όχημα φράσεις μιας ποίησης



                                                 Αργυρώ Πιπίνη
-«Το δικό τους ταξίδι»
Εικονογράφηση: Μαριλένα Μελισσηνού
Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2014

                    -«Η Αλίκη στην πόλη»
                      Εκδ. Πατάκη, 2014

                                       -«Μελάκ, μόνος»
                                         Εικονογράφηση: Αχιλλέας Ραζής
                                        Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2016   

                                                           -«Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι…»
                                                             Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή
                                                            Εκδ. Πατάκη, 2016

                                     


Ανάμεσα στους συγγραφείς που πρωταγωνιστούν στην ‘Άνοιξη’  της Ελληνικής Λογοτεχνίας για παιδιά  αμέσως μετά την Μεταπολίτευση, κομβική υπήρξε  η παρουσία της Μάρως Λοϊζου (+2007).
Η γκάμα της θεματολογίας της Λοϊζου άγγιζε  κυρίως ζητήματα όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, ο έρωτας  και η αντιμετώπιση του γήινου περιβάλλοντος ως μέρος ενός συμπαντικού κόσμου. Και αυτά όλα με μια χρήση της γλώσσας όπου η πεζογραφική ταυτότητα εμπλουτίζεται με ποιητικές αποχρώσεις. Είναι η συγγραφέας εκείνη που στηρίζει τις αφηγήσεις της σε μια ποιητική ενσάρκωση  των θεμάτων που την απασχόλησαν. 
Τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς να αγνοώ τις διαφορές που υπάρχουν από τα τέλη του 20ου στην πρώτη δεκαπενταετία του 21ου, νομίζω πως μπορώ να ισχυριστώ ότι αυτή τη μορφή πεζογραφικής αφήγησης σήμερα την εκπροσωπεί η Αργυρώ Πιπίνη.
Η Πιπίνη εμφανίζεται στο χώρο των βιβλίων για παιδιά –αν δεν με απατά η μνήμη μου- το  2003 με ποιοτικά βιβλία που αν και έχουν μια ιδιαίτερα ευαίσθητη προσέγγιση των διαφόρων καταστάσεων που περιγράφουν (άλλοτε οικογενειακές συνθήκες, άλλοτε γυναικείους προβληματισμούς, άλλοτε καταβυθίσεις σε έργα του Σαίξπηρ), δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως προφέρουν την ευκαιρία στη συγγραφέα τους να καταθέσει μια εντελώς δική της και αρκούντως νέα συγγραφική έκφραση.
Η μεγάλη μεταστροφή θα συμβεί το 2014 με το βιβλίο «Το δικό τους ταξίδι» (Καλειδοσκόπιο)  όπου ενώ τα αφηγούμενα συμβάντα περιορίζονται μέσα στο χώρο μιας οικογένειας, η ματιά της συγγραφέα προχωρεί πιο βαθιά, χρησιμοποιεί την πορεία του ατόμου προς την φθορά του γήρατος, για να γνωρίζει στους νεαρούς αναγνώστες της το τι σημαίνει τελικά  θάνατος και πως αυτός μπορεί να αμφισβητήσει τη λήθη.
Πέρα από την προχωρημένη αυτή προσέγγιση ενός ζητήματος που σπάνια ενεργοποιεί τους έλληνες συγγραφείς  της Π. Λ. , η Αργυρώ Πιπίνη με το βιβλίο της αυτό θα έλεγα πως αλλάζει κεφάλαιο στη συγγραφική της καριέρα.
Ο προβληματισμός αρχίζει να γίνεται απρόσμενα βαθύτερος και η μορφή με την οποία  πλέον θα κυκλοφορούν τα βιβλία της θα διαθέτει μια αρτιότατη εκδοτικά εμφάνιση. Και βέβαια –το σημαντικότερο- η ποιητική διάθεση που έτσι κι αλλιώς τη διέκρινε και στα προηγούμενα έργα της, πλέον γίνεται όχι μόνο τρόπος γραφής αλλά και φακός για να φωτιστεί ο σύγχρονος κόσμος.
Και αυτό τον τρόπο ανάπτυξης της ματιάς με την οποία θα παρακολουθεί τους  ήρωές της , θα τον παρουσιάσει την ίδια κιόλας χρονιά. Το βιβλίο «Η Αλίκη στην πόλη» του 2014 κι αυτό  (η ίδια η συγγραφέας του δίνει τον χαρακτηρισμό ‘αφήγημα’) αγγίζει τα όρια ενός μυθιστορήματος δρόμου. Η έφηβη Αλίκη περιπλανιέται μέσα στην πόλη. Η πόλη –το ότι είναι η Αθήνα των πρώτων χρόνων της κρίσης είναι καθοριστικό- ταυτίζεται με τον ψυχισμό της ίδια της ηρωίδας.  Και η Πιπίνη διαλέγει εκφράσεις νεανικής αμφισβήτησης -  Τι να τους πει; Το σχολείο το΄ χε χεσμένο. Τα μαθήματα τα  ‘χε βαρεθεί. Φοβόταν. Το μέλλον. Φοβόταν. Αυτή ήθελε αέρα. Να μεγαλώσει, να ταξιδέψει, να ζωγραφίσει, να ερωτευθεί, να ονειρευτεί, να ζήσει.
Μα η χρήση της σύνταξης –λέξεις που μόνες τους είναι και φράσεις- χαρίζει στον θυμό μια ποιητική χροιά και καταφέρνει να υποστηρίξει  την αποσπασματική  ανίχνευση της καθημερινότητας της ηρωίδας.
Αλλά μια τέτοια δομική χρήση της ποίησης μπορεί να διατηρεί και την πολιτική χροιά που το ίδιο το θέμα απαιτεί; Μήπως τελικά η φόρμα του κειμένου πρέπει να γίνει περισσότερο σύντομη;
Η Πιπίνη αυτό μάλλον δείχνει να αποδέχεται κι έτσι όταν αποφασίζει (δυο χρόνια αργότερα) να μιλήσει για ένα από τα κομβικά πολιτικά ζητήματα των τελευταίων ετών –το προσφυγικό-  το κάνει με ένα εντελώς απρόβλεπτο τρόπο. Απρόβλεπτο όχι τόσο επειδή οι φράσεις – λέξεις θα κυριαρχούν στη γραφή της, όσο γιατί ‘σπάει’ κατά κάποιο τρόπο το προσφυγικό δράμα στις δυο πράξεις του  -άφιξη και ενσωμάτωση.
«Μελάκ, μόνος» είναι ο τίτλος ενός απόλυτα εικονογραφημένου βιβλίου.
Ταξιδεύει. Φοβάται. Περιμένει. Φοβάται. Κρυώνει. Φοβάται.
Οι λέξεις –πέτρες που χαράζουν λες τις εικόνες που μας δείχνουν με φωτεινά χρώματα ανθρώπους  να πασχίζουν να επιβιώσουν μέσα στο θυμό ενός πελάγου.
Αλλά θα είναι και πάλι λέξεις –χάδια τώρα- που θα ευαγγελιστούν το τέλος της περιπέτειας. Η άφιξη ολοκληρώθηκε.
Πάει σχολείο. Δεν φοβάται. Περιμένει. Δεν φοβάται. Παίζει. Δεν φοβάται. Ζωγραφίζει…
Αλλά το δράμα του πρόσφυγα δεν τελειώνει με τη σωτηρία του σώματος.  Ο νέος τόπος πρέπει να τον αποδεχτεί, αλλά και ο ίδιος να συμφιλιωθεί μαζί του.
Και η Αργυρώ Πιπίνη με το «Καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι…»  αυτή τη συμφιλίωση  την περιγράφει μέσα από τα συναισθήματα ενός παλιού σπιτιού που οι προηγούμενοι κάτοικοι το εγκαταλείψανε και κάποιοι νέοι το χρησιμοποίησαν για να φτιάξουν μια νέα αρχή ζωής.
Αλλά η αρχή μιας νέας ζωής των ανθρώπων είναι αρχή μιας νέας ζωής του κόσμου που μας περιβάλλει. Κι έτσι -  Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα σπίτι… Τα πουλιά το προσπερνούσαν και δεν έφτιαχναν εκεί τις φωλιές τους, κι οι γάτες δε γεννούσαν σ΄ αυτό τα γατάκια τους.
Αλλά όταν μια οικογένεια αστέγων το επιλέγει για να ζήσει μέσα του, το σπίτι  τότε  το ανταποδίδει - χαρίζοντας τους τα δώρα του: την ασφάλεια και τη ζεστασιά και τη δύναμη να ονειρεύονται.
Οι παρομοιώσεις άλλοτε περισσότερο περιγραφικά, άλλοτε χωμένες εξ ολοκλήρου μέσα σε λέξεις πάντα είναι ενδεδυμένες με μια φιλοσοφία ζωής που ζητά από την  ποίηση να ενορχηστρώνει τις λύσεις.
Αυτός είναι ο κόσμος που η Αργυρώ Πιπίνη προτείνει και είναι μια πρόταση που έχει βρει πολλούς θαυμαστές.
Ξεκίνησα αυτές τις σκέψεις μου με αναφορά στο έργο της Μάρως Λοΐζου.
Καθώς ο 20ος αιώνας ολοκληρωνότανε η Λοΐζου άφηνε το ίχνος της να αναζητά  τα όρια μια ποιητικής  ανάγνωσης του σύμπαντος.
Τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα μια άλλη συγγραφέας, επιστρατεύει  την ποίηση για να κάνει δικαιότερη τη ζωή των ανθρώπων.
Προτού αισθανθούμε αισιόδοξοι για το τελικό αποτέλεσμα, ας κρατήσουμε ενεργοποιημένες τις  άμυνές μας. Τελικά οι πολλοί αποδέχονται τις ποιητικές καταγγελίες έτοιμοι και  να πράξουν παρόμοια ή απλώς ανακαλύπτουν την ευκαιρία να αποκοιμίσουν τις ενοχές τους;
Σε κάθε περίπτωση οι συγγραφείς καταθέτουν.
Τους το αναγνωρίζουμε.
ΥΓ. Δεν ανέφερα μέσα στη ροή της δικής μου αφήγησης τις εξαίρετες εικονογραφήσει ς που συνοδεύουν τα κείμενα. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω τα πολλά και υπέροχα που  έχουν προσφέρει στην αμεσότητα των συγγραφικών προτάσεων.



 Πρώτη ανάρτηση: http://www.culturenow.gr/manos-kontoleon-argyro-pipini-oxima-fraseis-mias-poiisis/

12.6.17

Θεόδωρος Γρηγοριάδης "Καινούργια πόλη"



Γνωρίζω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Και έχω δηλώσει στο παρελθόν την άποψή μου πως ο Γρηγοριάδης είναι ο συγγραφέας εκείνος που αφήνει τον κεντρικό ρόλο στα μυθιστορήματά του να τον έχουν όχι μόνο (ή τόσο) τα κεντρικά πρόσωπα των έργων του όσο ο τόπος στον οποίο τα πρόσωπα αυτά ζούνε.
Επίσης έχω σημειώσει πως πρόκειται για ένα συγγραφέα που πολύ, πάρα πολύ συχνά έχει ως βάση των ιστοριών του περιοχές και πόλεις της Βόρειας Ελλάδας.
Παρόλα αυτά και η Αθήνα διεκδίκησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο προτελευταίο του βιβλίο –«Το μυστικό της Έλλης» ήταν- όπως και σε αυτό το τελευταίο επίσης τον διεκδικεί.
Πέρα από την παρουσία ενός τόπου, ο Γρηγοριάδης συνηθίζει –τουλάχιστον σε αυτό το τελευταίο του έργο, αλλά και στο προηγούμενο, στο «Ζωή Μεθόρια»- να αναζητά το πώς μπορεί να περιγραφεί η σύγχρονη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας μέσα από τις καθημερινότητες των ηρώων του.
Αφού, λοιπόν, στο προηγούμενο μυθιστόρημα οι μέρες της κεντρικής ηρωίδας του σηματοδότησαν την δεκαετία του ’80 (ήταν η εποχή όπου τα άτομα είχαν την ψευδαίσθηση πως έχουν στα χέρια τους το δικό τους μέλλον μα και το μέλλον ολόκληρης της χώρας), σε αυτό το τελευταίο του έργο  ο συγγραφέας προχωρεί στην επόμενη δεκαετία και κλείνει όλον τον αιώνα. Και βέβαια ο τόπος όπου αυτό το τέλος θα περιγραφεί δεν μπορούσε να ήταν άλλος από την πρωτεύουσα, την Αθήνα.
Το τέλος ενός αιώνα και μαζί το τέλος μιας εποχής. Σ΄ αυτό το τέλος πορεύονται και οι ήρωες του Γρηγοριάδη.
Κλείνει ο συγγραφέας τον αιώνα που τον γέννησε και κάνει προσκλητήριο σε πολλούς  από τους ήρωες προηγούμενων βιβλίων του. Όλοι τους άτομα που γεννήθηκαν μέσα στα χρόνια του 20ου και υπήρξαν θύματά του. Ο καθένας κάπου χάθηκε ή συμβιβάστηκε.
Σίγουρα πάντως η βασική ηρωίδα αυτού του μυθιστορήματος – η Μαργαρίτα- καθώς πλησιάζει το τέλος της βιολογική της ζωής, προλαβαίνει μόνη της να κατηφορίσει προς τη θάλασσα και … Σταδιακά έγινε μια κουκίδα που χάθηκε μέσα σε ένα τεράστιο ασημένιο σύννεφο που κατέβαινε, άπλωνε και έπνιγε τον αττικό ουρανό, μαζί και τη λαμπερή πολιτεία.
Η οικειοθελής αποχώρηση μπορεί  λοιπόν να εκφράζει μια αξιοπρεπή στάση.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη τακτική - αυτό που δεν μπόρεσα μήτε να το κάνω δικό μου, μήτε κι εκείνο να με κερδίσει, καλύτερα να το αφήσω να προχωρά στον δικό του σχεδιασμό κι εγώ απλώς να το παρακολουθώ.
Ο Μανώλης –ο γιος της Μαργαρίτας και επίσης βασικό πρόσωπο του έργου- κάπου καθώς θα πλησιάζει στο μέσο του βίου του και καθώς ο αιώνας θα αποχωρεί, θα μας ενημερώσει … αναπτύσσω ταχύτητα και νιώθω ότι πετάω επιτέλους πάνω απ΄ όλους, πάνω από το κακό, εισπνέοντας τον πνιγμό της ατμόσφαιρας ενώ αυτό που αφήνω πίσω μου στα χαμηλά μοιάζει με μια άλλη, μια καινούργια πόλη.
Η καινούργια πόλη σε ποιους θα ανήκει και ποιους θα φιλοξενεί;
Οι ήρωες του Θεόδωρου  Γρηγοριάδη πάντως δεν θα ανήκουν στους πολίτες του 21ου αιώνα. Μείνανε εραστές μια ατομικής ελευθερίας και θιασώτες περιοχών όπου τα αδιέξοδα κυριαρχούσαν.
Η κεντρική πλοκή του μυθιστορήματος  δεν έχει και τόση σημασία. Θα ήταν ανώφελο να προσπαθήσει κάποιος να κάνει την περίληψή της. Και ασφαλώς θα αδικούσε όλο το έργο. Γιατί στην περίπτωση του Γρηγοριάδη ισχύει απόλυτα το αξίωμα που λέει πως λογοτεχνία δεν είναι τόσο  το τι λέγεται, όσο το πως λέγεται.
Μυθιστόρημα τέλους ενός αιώνα –έτσι εγώ διάβασα το «Καινούργια πόλη».
Αυτό το τέλος ο Γρηγοριάδης το περιγράφει με τρόπο ασυνήθιστο. Δεν στέκεται σε κεντρικά λάθη, δεν βροντοφωνάζει   τις παραλήψεις. Μένει στις λεπτομέρειες ή μάλλον αναφέρει τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας του 20ου έτσι όπως τα εισέπρατταν οι απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν να κατοικούνε  σε μία μεγαλούπολη που αποφάσιζε να υιοθετήσει ευρωπαϊκό προφίλ χωρίς να διαθέτει ευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία.
Πλήθος ασήμαντα γεγονότα, άσκοπές περιπλανήσεις στους δρόμους της πόλης, απρογραμμάτιστο ξόδεμα ονείρων και ταλέντων. Αστοί και μικροαστοί δεν αλλάζουν τον τρόπο σκέψης ούτε κάτι διαφορετικό κάνουν, απλώς μαθαίνουν το θάνατο του Ελύτη και του Χατζιδάκι και μπροστά στη λεηλασία της φούσκας του χρηματιστήριου εκείνοι αντί να διαμαρτυρηθούν θα προστρέξουν  στη βοήθεια της άνοιας.
Όλα αυτά δίπλα σε απλές αναφορές – πινελιές γεγονότων που χαρακτήριζαν την εποχή εκείνη* από την αρρώστια του Παπανδρέου έως τα μπαρ της μόδας και τα περιοδικά που καθορίζανε ένα τρόπο ζωής τυλιγμένης σε σελοφάν.
Και η γραφή του Γρηγοριάδη όλα αυτά να τα περιγράφει με μια διάθεση  απόμακρη, μα που με υπόγειους και ξαφνικούς ελιγμούς και να τα τέμνει σε βάθος.
Μυθιστόρημα που τελειοποιεί ένα συγκεκριμένο είδος αφήγησης –η λεπτομέρεια που ενώ δείχνει ασήμαντη, είναι αυτή που φωτίζει το σημαντικό όλο.
Και ένας συγγραφέας που αφού συγκατοίκησε με τους ήρωές του, τώρα αφήνει πίσω του το σπίτι που ο σεισμός γκρέμισε και τρέχει στους δρόμους να επικοινωνήσει με εκείνον –ήρωα προηγούμενου ή και μελλοντικού έργου;- που για χρόνια δεν του είχε δώσει την πρέπουσα  σημασία.
Έργο –το ομολογώ- αρκούντως κλειστό.  Κι όμως…  Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα, άλλοτε με τους ήρωές του κι άλλοτε ο ίδιος με τη γραφή του, μας μαθαίνει την Τέχνη τόσο του αποχαιρετισμού όσο και του καλωσορίσματος.



Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7209-images-images-book-covers-2017-kainourgia-poli-jpg

2.6.17

"Φεύγει - Έρχεται" - ιστορία οικουμενική διάσταση


Στα βιβλία, πολύ δε περισσότερο σ’ εκείνα που απευθύνονται σε παιδιά, τα περικειμενικά τους στοιχεία  –τίτλος, εξώφυλλο, οπισθόφυλλο– συμβάλλουν είτε στην ελκυστικότητά τους, είτε στην πρόσληψη του εσωτερικού τους μηνύματος. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου επιτυγχάνονται και τα δυο. Το μεν καλαίσθητα φιλοτεχνημένο περίβλημα ελκύει την προσοχή αποτυπώνοντας ένα διπλό σκηνικό από ανθρώπινες φιγούρες εν κινήσει, ο δε τίτλος, τοποθετημένος ανάμεσά τους, λειτουργεί ως πομπός του μηνύματος. Η παρατήρηση θα μπορούσε να διατυπωθεί και αντίστροφα, μιας και «εν αρχή ην ο λόγος», και στα εικονογραφημένα βιβλία που περιέχουν κείμενα οι εικόνες εμπνέονται από αυτόν.



Ο τίτλος Φεύγει έρχεται, με το κεφαλαίο άλφα του δεύτερου ρήματος αντεστραμμένο, παραπέμπει σε μια αμφίδρομη, επαναλαμβανόμενη διαδρομή. Το ίδιο ισχύει και με τις εκατέρωθεν εικόνες, όπου έξι φιγούρες απεικονίζονται να βαδίζουν, άλλες προς τη μια και άλλες προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και στη μεν κάτω εικόνα είναι ντυμένες με καλοκαιρινές ενδυμασίες, στη δε επάνω βρίσκονται αντεστραμμένες και φορούν χειμερινά. Από τις έξι φιγούρες μονάχα η μία προβάλλεται ολόσωμη και ξεχωρίζει. Είναι η φιγούρα ενός αγοριού. Οι υπόλοιπες πέντε αναπαρίστανται από τη μέση και κάτω. Στο οπισθόφυλλο, το ίδιο διπλό, παλινδρομικό σκηνικό συνεχίζεται, αυτή τη φορά όμως χωρίς το αγόρι, δίνοντας την εντύπωση –μέσω των ενδεικτικών της εναλλαγής των εποχών ενδυμασιών– πως το συνεχές πηγαινέλα σχετίζεται με εκείνο και, βεβαίως, προτρέποντας το παιδί-αναγνώστη να θέλει να μάθει τι έχει συμβεί και όλοι βρίσκονται επί ποδός.

Ο εξάχρονος Φοίβος ζει στον βροχερό Βορρά μαζί με τους γονείς και τον σκύλο τους. Μα τώρα προετοιμάζεται πυρετωδώς να ταξιδέψει για πρώτη φορά μόνος στον ηλιόλουστο Νότο, τον τόπο που γεννήθηκε. Εκεί τον περιμένουν οι αγαπημένοι του, ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα. Αδημονούν για την άφιξή του και στρώνουν το χαλί της υποδοχής του.




«Μια απλή ματιά σε μια συνηθισμένη πια ιστορία μετανάστευσης» πληροφορεί το συνοπτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο και πράγματι περί αυτού πρόκειται. Η μετανάστευση, είτε γίνεται από επιλογή είτε για πολιτικούς ή οικονομικούς λόγους, είναι φαινόμενο σύνηθες των καιρών μας. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι μεταναστεύοντες αφήνουν οικογένειες πίσω και, ανάλογα με τις συνθήκες, κάποτε ταξιδεύουν στον γενέθλιο τόπο τους, πρωτίστως γιατί νοσταλγούν τους δικούς τους ανθρώπους. Έτσι κι εδώ. Ο εξάχρονος Φοίβος ζει στον βροχερό Βορρά μαζί με τους γονείς και τον σκύλο τους. Μα τώρα προετοιμάζεται πυρετωδώς να ταξιδέψει για πρώτη φορά μόνος στον ηλιόλουστο Νότο, τον τόπο που γεννήθηκε. Εκεί τον περιμένουν οι αγαπημένοι του, ο Λέανδρος, η Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα. Αδημονούν για την άφιξή του και στρώνουν το χαλί της υποδοχής του. Αγοράζουν δώρα, προγραμματίζουν εξόδους, δραστηριότητες και παιδικές θεατρικές παραστάσεις. Δε βλέπουν την ώρα του καλωσορίσματός του. Αλλά κι ο Φοίβος αδημονεί. Ετοιμάζει βαλίτσες, τις στοιβάζει με αναμνηστικά δωράκια, κοιμάται και ξυπνά έχοντας στον νου το ταξίδι. Η ιστορία ξεκινά τέσσερις ημερολογιακές μέρες πριν την αναχώρηση του Φοίβου, καταγράφει τις εκατέρωθεν προετοιμασίες και, μολονότι τελειώνει με την άφιξή του, μοιάζει να συνεχίζεται και να επαναλαμβάνεται μέσα από ένα διαρκές πηγαινέλα όλων των εμπλεκομένων από τον Βορρά προς τον Νότο, τον Νότο προς τον Βορρά και πάλι ξανά προς τον Νότο.

Ο τόπος του Βορρά δεν κατονομάζεται, μήτε εκείνος του Νότου. Και αυτή η προφανώς σκόπιμη παράλειψη είναι που δίνει στην ιστορία οικουμενική διάσταση. Βεβαίως και οικογενειακή, γιατί εστιάζει στους οικογενειακούς δεσμούς και γιατί οι συγγραφείς της είναι κόρη και πατέρας. Στο τέλος του βιβλίου, αντί κλασικών βιογραφικών, οι συνδημιουργοί παραθέτουν μικρές φράσεις που τους αφορούν, μιλώντας για τους ίδιους με τρόπο πρωτότυπο στον αναγνώστη. «Τα πρώτα μου βιβλία τα έγραψα για την Άννα» ξεκινά ο πολυγραφότατος πατέρας. «Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν του Μάνου» παραδέχεται η κόρη. «Μια μέρα» συνεχίζει ο πατέρας «η Άννα μού πρότεινε να γράψουμε μαζί ένα βιβλίο». Και η κόρη, καταλήγοντας, αποκαλύπτει: «Είναι αυτό που κρατάτε στα χέρια σας. Οι ήρωές του ίσως και να μας μοιάζουν λίγο». Τέλος, με την ίδια λιτότητα παρατίθεται αφαιρετικά το προφίλ της εικονογράφου με αναφορές μόνο σε λεπτομέρειες που συνήθως ενδιαφέρουν τα μικρά παιδιά. «Η Φωτεινή ζει και ζωγραφίζει τον χειμώνα στον Βορρά και περνά τα καλοκαίρια της στον Νότο. Και ποιος ξέρει, μια μέρα η κόρη της ίσως συναντήσει τον Φοίβο».


Τα κείμενα των δυο συγγραφέων συμπλέουν αρμονικά με την ίδια θαυμαστή απλότητα, νηφαλιότητα και ειλικρίνεια που αρμόζει σε μια μοντέρνα, ρεαλιστική ιστορία για μικρές ηλικίες. Αξιοθαύμαστο όμως είναι και το στήσιμο των εικόνων από τη Φωτεινή Τίκκου, προπάντων το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλό της. Αν το διαβάσαμε σωστά, είναι αυτό που συμβάλλει στη νοερή επέκταση του επαναλαμβανόμενου αμφίδρομου ταξιδιού, στο οποίο, άλλωστε, παραπέμπει ο τίτλος.

Γεωργία Γαλανοπούλου   Δημοσιεύτηκε 02 Ιουνίου 2017 στο www.diastixo.gr