12.8.16

Τιτίκα


Ήταν εκείνα τα χρόνια που η τουριστική ανάπτυξη δεν απασχολούσε κανένα.
Στο πανέμορφο παραθαλάσσιο προάστιο της Αθήνας υπήρχαν μόνο δυο ταβερνάκια, το ένα λίγο πιο πέρα από την ακροθαλασσιά, το δεύτερο εκεί που τα βράχια δεχόντουσαν να χρησιμοποιηθούν ως φυσική προβλήτα.
Τον στενόμακρο κόλπο τον σχηματίζανε αριστερά και δεξιά χαμηλοί, πευκόφυτοι λόφοι. Στο κέντρο του όμως η άμμος κυριαρχούσε.
Κι ήταν σ΄ αυτήν την αμμουδερή παραλία που οι λίγοι –ίσως και ελάχιστοι- παραθεριστές απλώνανε τις πετσέτες τους, ακουμπούσαν δίπλα τους κάποιες τσάντες με βραστά αβγά, φέτες ψωμιού, τυρί, ντομάτες…
Ήταν τα ίδια εκείνα άτομα που το προηγούμενο απόγευμα, είχαν διαλέξει τραπεζάκια στο ταβερνάκι της προβλήτα και θαυμάζανε τα ολόλευκα κοστούμια κάποιων ανδρών, τις αέρινες μουσελίνες κάποιων γυναικών. Και ανοιγοκλείνανε τα ρουθούνια τους να  κρατήσουν την ανάμνηση του καπνού των κουβανέζικων πούρων και των παριζιάνικων αρωμάτων.
Από τα δυο ή τρία κότερα που αγκυροβολούσαν στο κέντρο του κόλπου, τα απογεύματα εξωλέμβιες βάρκες έφερναν στην ακτή εκείνους που τα πρωινά λιαζόντουσαν στα καταστρώματα  ή κολυμπούσαν γύρω από αυτά –κάμποσα, πολλά  μέτρα από τη ρηχή αμμουδιά όπου παιδάκια ζωσμένα με τα σωσίβιά τους πλατσουρίζαν, μερικά μόλις είχαν μάθει μόνα τους να επιπλέουν και «Μαμά, κοίτα!» ουρλιάζανε θέλοντας να κάνουν τις μανούλες τους να τα καμαρώσουν.
Κι εκείνες με την παλάμη να προφυλάσσει τα μάτια από το φως, προτιμούσαν το «Μπράβο!» τους να το συνοδεύουν και με τη συμβουλή «Ως εκεί που πατώνεις να πας!»
Οι ίδιες αυτές γυναίκες, μαζί με τους άντρες τους που τα απογεύματα επιστρέφανε από τις αστικές δουλειές τους και βέβαια έχοντας πάντα σε ακτίνα παρακολούθησης τα πιτσιρίκια τους, πίνανε πορτοκαλάδα Παρθενών ή Σινάλκο και σχολιάζανε τις εμφανίσεις εκείνων που η βάρκα του κότερου τους έφερνε στα βράχια και κάποιος ναύτης τους συγκρατούσε να κάνουν τα πρώτα βήματα στην ανώμαλη επιφάνεια της πέτρας.
Ήταν μια γνωστή τραγωδός με καριέρα και  στο διεθνή κινηματογράφο, ήταν –ασφαλώς!- η μεγάλη Ντίβα που μόλις είχε ολοκληρώσει μια σειρά παραστάσεων στη Σκάλα, ήταν η κόρη και σύζυγος μεγαλοεφοπλιστών και βέβαια ο ίδιος ο σύντροφός της με τα μαύρα του γυαλιά και ακόμα ο σκηνοθέτης τραγωδιών στο θέατρο της Επιδαύρου και… Ναι, ήταν και ο ευτραφής παλιός πολιτικός που πριν από δέκα, ίσως και λιγότερα χρόνια, είχε βάλει την υπογραφή του στη μοιρασιά της Υφηλίου.
Μέλη όλοι τους μιας ομάδας θρυλικών προσωπικοτήτων, μιας θρυλικής εποχής. Σύμβολα ενός νέου κόσμου που όλοι τον ονειρευόντουσαν να είναι ανέφελος, χαμογελαστός, με πολλές ηλεκτρικές συσκευές, πολλά χρώματα, νέες γεύσεις και με ανθρώπους καλοζωισμένους, γυμνασμένους, όμορφους.
Αλλά… Αλλά τα σύμβολα μιας νεοφερμένης ευμάρειας, όσο κι αν τα καμαρώνεις, δεν τα θεωρείς και δικά σου.
Δικά σου είναι εκείνα που αν και λιάζονται δίπλα σου, αν και πάνω στις φτέρνες τους κολλάνε οι ίδιο κόκκοι άμμου που έχουν ανάμεσα και στα δικά σου δάχτυλα χωθεί, εντούτοις σε κάτι διαφέρουν από τους πολλούς… Από εσένα.
Ίσως γιατί ετοιμάζονται να τολμήσουν αυτό που θα θεωρηθεί πρόκληση. Ολοκληρώνουν  ήδη αυτό που ενώ θα το ήθελες ως όνειρο να σε επισκέπτεται τις υγρές, θερμές νύχτες, εξαναγκάζεσαι να το υποδέχεσαι ως εφιάλτη.
Η Τιτίκα, λοιπόν… Κι ο Γιώργος…
Τα δικά σου σύμβολα μιας επανάστασης ιδανικής –ιδανικής γιατί εσύ ποτέ δε θα την τολμήσεις, μα θα την χαρείς καθώς άλλοι θα την υλοποιούν…
Όπως η Τιτίκα και ο Γιώργος -θα την υλοποιούν αδιαφορώντας για το κόστος.
                                           **********************
Η Τιτίκα θυμάμαι πως ήταν όμορφη! 
Όμορφη… Έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ –αγόρι στο πρώτο κατώφλι της εφηβείας. Μα έτσι άκουγα να τη χαρακτηρίζουν και οι ενήλικες που δίπλα τους ζούσα.
Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν μελαχρινή.
Ναι, το χρώμα της επιδερμίδας της δεν το ξέχασε ο έφηβος που τότε το κοιτούσε. Σκουρόχρωμη σάρκα. Που σχεδόν χωρίς καμιά κάλυψη ενδύματος περνούσε μπροστά από τους άλλους λουόμενους. Με μπικίνι!
Μπικίνι των χρόνων αμέσως μετά τον πόλεμο! Αλήθεια πόσο τολμηρό σήμερα θα το θεωρούσε κανείς;
Αλλά η τόλμη και η πρόκληση αλλάζουν από εποχή σε εποχή.
Κι άλλωστε δεν ήταν μόνο πως η Τιτίκα διέσχιζε την παραλία από τη μια άκρη ως την άλλη φορώντας ένα μπικίνι. Μα ήταν και πως κάθε μέρα το μπικίνι ήταν διαφορετικό.
Πλούσια;
Δεν ξέρω αν η ερώτηση αυτή είχε απασχολήσει τις εφηβικές ανησυχίες μου. Περισσότερο με ενδιέφερε να παρακολουθώ τα μεσημέρια της Κυριακής σε μια από τις δυο ταβέρνες, τον άντρα της Τιτίκας –ερχότανε πάντα σαββατόβραδο και έφευγε καθώς έπεφτε η θλίψη του κυριακάτικου απογεύματος.
Τα δυο παιδιά του ζευγαριού –δίδυμα διαφορετικού όμως φύλλου- κρεμόντουσαν από τα γόνατα του πατέρα τους κι αυτός ενώ έδειχνε πως κάθε τι που του ζητούσαν τους το έδινε –παγωτό ξυλάκι και τα τελευταία τεύχη του Μίκυ Μάους και των Κλασσικών Εικονογραφημένων- στην ουσία όλο του το σώμα ήταν γερμένο προς τη μεριά της Τιτίκας. Της γέμιζε με μπύρα το ποτήρι, της καθάριζε τα ψάρια, της έδινε με το πιρούνι του  μικρά, κατακόκκινα κομμάτια ντομάτας.
Το κυριακάτικο πρωινό –η παραλία με περισσότερο κόσμο- η Τιτίκα δεν κατέβαινε να κολυμπήσει. Μόνος ο σύζυγος με τα δυο παιδιά.
Θυμάμαι πως σε κανένα δε μιλούσε –δεν είχε προλάβει ή μπορεί και να μην το ΄θελε, να πιάσει γνωριμίες.
Αλλά και κανείς δεν αποφάσιζε να τον πλησιάσει.
Ίσως –τώρα το σκέφτομαι- πως αισθανόντουσαν οίκτο για τον στρουμπουλό άντρα με το χαλαρό στομάχι και την αρχή φαλάκρας. Οίκτο ή και ντροπή. Μπορεί και θυμό ή ακόμα και αποστροφή.
Λυπάσαι, ντρέπεσαι, θυμώνεις, αποστρέφεσαι τον απατημένο που δεν κατανοεί ή δεν θέλει να δει πως γίνεται ρεζίλι.
Γιατί όλοι στην παραλία που μετά από λίγα –λιγότερα από πέντε- χρόνια θα γινότανε οργανωμένη πλαζ κι η φήμη της μέχρι και τραγούδι θα την έκανε, γνωρίζανε το τι συνέβαινε όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας. Από Δευτέρα πρωί μέχρι απόγευμα Σαββάτου. Όλοι ξέρανε τον Γιώργο.
Ξανθός, αυτός, με σώμα που το θαυμάζαμε εμείς –μόνο εμείς;- τα εφηβάκια. Πρωταθλητής στην πεταλούδα ήταν κι έκανε τη θητεία του στο Λιμενικό.
Λόγω των μεταλλίων και των πολλών διακρίσεων στον υγρό το στίβο, η τοποθέτηση ήταν ευνοϊκή. Θητεία σε προάστιο της Αττικής, όπου και οι δικοί του είχαν μια μικρή επιχείρηση –αν θυμάμαι καλά ένα ψιλικατζίδικο –αγόραζα από εκεί φωτογραφίες ηθοποιών που ακόμα κάπου σε συρτάρι τις έχω φυλαγμένες.
Κι ο Γιώργος με τη ολόλευκη στολή του Λιμενικού διέσχιζε την παραλία, χαριεντιζότανε με εμάς τα πιτσιρίκια, χαμογελούσε στις μανούλες μας που με συγκρατημένο βλέμμα τον κοιτούσαν και μετά…
Μετά, όλοι περιμέναμε την ώρα που η Τιτίκα θα κατέβαινε με κάποιο νέο μπικίνι και εκεί στο μέσο ακριβώς του κόλπου η σοκολατένια σάρκα της θα αφηνότανε στο γαλάζιο χάδι της ματιάς του Γιώργου.
Μια ολίγων δευτερολέπτων συνάντηση. Μα που θα είχε συνέχεια. Αλλού. Αργότερα.
Το που ποτέ δεν μαθεύτηκε, μήτε νομίζω και κανείς το είχε ανακαλύψει.
Σημασία είχε πως για μισή ώρα –ίσως και παραπάνω- η Τιτίκα δεν φαινότανε, κι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί.
Μετά… Να τους και πάλι! Εκείνη, από τη μια πλευρά να πλησιάζει τα παιδιά της που φτιάχνανε το κάστρο τους στην άμμο, κι ο άλλος από την αντίθετη μεριά να συνεχίζει να χαμογελά σε όλους εμάς του πιτσιρικάδες.
Τον κοιτούσα –θυμάμαι. Κοιτούσα να ανακαλύψω πάνω στη στολή του ή πάνω στο δέρμα του ίχνη μιας πράξης που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον τρόπο κι εγώ να την εκτελώ, μα που ήξερα πως θα ήταν πράξη που όπου νάναι θα ερχότανε η ώρα κι η στιγμή να κυριαρχεί στο νου και στο όνειρό μου.
Τον κοιτούσα. Και μετά τα ίδια αναζητούσα να διακρίνω πάνω στο κορμί της Τιτίκας που κράταγε στο κάθε χέρι κι ένα της παιδί και επέστρεφε για το μεσημεριανό φαγητό στο σπιτικό τους.
Την κοιτούσα ψαχουλεύοντας με το βλέμμα μου να δω αν υπήρχαν πάνω της ίχνη –αμυχές, μώλωπες, ξηλωμένο σε καίριο σημείο το μπικίνι… Ποιος ξέρει τι ακόμα;… Ίχνη που θα έδειχναν το πέρασμα ένας αρσενικού από τις θηλυκές καμπύλες.
Δεν τα ανακάλυψα ποτέ.
Κι άλλωστε εκείνο το καλοκαίρι –όπως όλα – γρήγορα τέλειωσε.
Δεν ασχολούμαι με τον αθλητισμό –δεν έμαθα τις μελλοντικές νίκες του Γιώργου.
Και για τη μόνη Τιτίκα που μπορεί κάποιος να μου μιλήσει, είναι αυτή του Βίκτωρα Ουγκώ.
Η άλλη χάθηκε –μαζί με την ελεύθερη ακρογιαλιά της πρώτης, πρώτης εφηβεία μου.
Περιστασιακά –πλέον- τη θυμάμαι… Την Τιτίκα, εννοώ.
Τι να έγινε; -Όχι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αναρωτηθεί.



 Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/titika/



12.7.16

Θα σου χαρίσω τον ήλιο

Τζάντυ Νέλσον
«Θα σου χαρίσω τον ήλιο»

Μετάφραση: Αργυρώ Πιπίνη
Εκδόσεις Πατάκη


                                                    

Πρώτη δημοσίευση:
http://diastixo.gr/kritikes/efivika/5503-tha-sou-xariso-ton-ilio

Οι Εκδόσεις Πατάκη εδώ και τριάντα χρόνια υποστηρίζουν τη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (literature for young adults) κυκλοφορώντας μυθιστορήματα ξένων κυρίως, αλλά και ελλήνων συγγραφέων που έχουν ως βάση τους την εφηβεία –πιο σωστά τη μετάβαση από την αρχή της εφηβείας στο τέλος της.
Μυθιστορήματα όπως αυτά των Κόρμιερ, Μπέρτζες, Φισκ, Πρέσσλερ, Έϊβι, Ντίκινσον κ.α. είδαν το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό και έλληνες λογοτέχνες και παράλληλα διαπλάτυναν το είδος εκείνο της λογοτεχνίας που το χαρακτηρίζουμε ως ‘μυθιστόρημα ενηλικίωσης’.
Οι νέες εκδοτικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει τον όρο cross over μυθιστόρημα. Στην ουσία -με τρόπο πλέον ξεκάθαρο- τα έργα που εντάσσονται κάτω από αυτή την εκδοτική πρόταση ασχολούνται με τον ψυχισμό της εφηβείας, ως μιας περιόδου που στιγματίζει το ενήλικο άτομο. Άρα μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον όχι μόνο ενός νεανικού κοινού, αλλά και του κάθε ενήλικου αναγνώστη. Παράλληλα δε αυτήν την θέση τους την υποστηρίζουν με μια γραφή που διαθέτει πληρέστατη λογοτεχνική επάρκεια και πολυσήμαντη δομική υπόσταση.
Συνεπείς σε αυτήν την πορεία υποστήριξης μιας τόσο δυναμικής λογοτεχνίας, οι Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν (σε μια ενδιαφέρουσα μετάφραση της Αργυρώς Πιπίνη) το μυθιστόρημα «Θα σου χαρίσω τον ήλιο» της Τζάντυ Νέλσον.
Η νέα αυτή συγγραφέας από τις ΗΠΑ έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 2011 με το μυθιστόρημα “The sky is everywhere” –και αυτό ανήκει στην κατηγορία των cross over μυθιστορημάτων- και αμέσως κέρδισε την εύνοια κοινού και κριτικών.
Την ίδια επιτυχία έχει και το δεύτερο βιβλίο της “Ill give you the sun”.
Σχετικά με την βασική υπόθεση του έργου, αντιγράφω από το site του εκδότη:

Η Τζουντ και ο δίδυμος αδερφός της, ο Νόα, είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Στα δεκατρία τους, ο κλειστός κι απομονωμένος Νόα, που ζωγραφίζει διαρκώς, ερωτεύεται το αγόρι της διπλανής πόρτας, ενώ η ριψοκίνδυνη Τζουντ σερφάρει στα κύματα του ωκεανού φορώντας κατακόκκινο κραγιόν και συνήθως μιλάει για λογαριασμό και των δυο τους.
Τρία χρόνια αργότερα, στα δεκάξι τους, η Τζουντ και ο Νόα έχουν αποξενωθεί. Μια απώλεια κι όλα τα μυστικά που είναι πλεγμένα γύρω και μέσα τους, έχουν διαλύσει τη ζωή των διδύμων με διαφορετικό τρόπο για το καθένα. Μέχρι που η Τζουντ θα γνωρίσει έναν αλαζονικό, απρόβλεπτο άντρα, ο οποίος θα αποτελέσει την απροσδόκητη νέα δύναμη που θα αλλάξει και πάλι τις ισορροπίες.
Ο Νόα διηγείται την ιστορία των πρώτων χρόνων. Η Τζουντ των κατοπινών. Αυτό που δε συνειδητοποιούν, είναι ότι καθένας γνωρίζει μόνο τη μισή ιστορία κι ότι αν έβρισκαν τον τρόπο να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, θα μπορούσαν να ξαναφτιάξουν τον κόσμο…

Η Νέλσον, λοιπόν –και στα δυο της μυθιστορήματα- δείχνει πως την απασχολούν δυο βασικά θέματα: οι αδελφικές σχέσεις και ο σεξουαλικός προσανατολισμός έτσι όπως διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια της εφηβείας.
Παράλληλα και στα δυο της αυτά μυθιστορήματα δε διστάζει από τη μια να κάνει βαθιά εξερεύνηση σε συναισθήματα και σκέψεις των εφήβων και από την άλλη να χρησιμοποιήσει μια ιδιαιτέρως αισθαντική και πολυδύναμη γλώσσα –«Ευχόμαστε με τα χέρια μας, αυτό κάνουμε ως καλλιτέχνες».
Καλλιτέχνες, λοιπόν, οι ήρωες –ένας από τους κεντρικούς άξονες του μυθιστορήματος.
Αδέλφια παράλληλα –άρα και πιθανοί αντίζηλοι; Να, ένας ακόμα άξονας.
Ο δημιουργός την ώρα που γεννιέται, την στιγμή που συνειδητοποιεί το χάρισμα, όταν θα το υπερασπιστεί ή όταν θα το προδώσει.
Θα έλεγα πως αυτός είναι ο καμβάς που πάνω του η Νέλσον απλώνει το σχέδιο της, την ιστορία των δίδυμων Νόα και Τζούντυ.
Δυο έφηβοι που επειδή μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό, εκφράζονται με εντελώς διαφορετικούς τρόπους.
Ο ένας θα προδίδει τον ανδρισμό του, η άλλη θα μετατρέπει την θηλυκότητα της σε επιθετική στάση.
Θα διεκδικούν με πάθος την μονομερή αγάπη της μητέρας, την ίδια ώρα που δε θα διστάζουν να θυσιάσουν ότι πλέον πολύτιμο έχουν και να το προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Γονική προστασία ή ευνουχισμός; Καλλιτεχνική έπαρση ή αδελφικός αλτρουισμός;
Αδιέξοδα που ίσως οδηγούν στην αυτοκτονία ή διέξοδοι που ανοίγουν νέες προοπτικές.
Η εφηβεία έτσι όπως αρχίζει και θα τελειώσει; Ή μπορεί η πορεία προς την ενηλικίωση να φέρει την ανατροπή;
Ερωτήματα που ο αναγνώστης τα παρακολουθεί μέσα από μια ενδιαφέρουσα δομή αφήγησης. Ο πρωτοπρόσωπος λόγος άλλοτε της Τζούντυ κι άλλοτε του Νόα, κάνει συνεχή άλματα στο χρόνο και έτσι βοηθά όχι μόνο να περικυκλωθεί η εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και να φωτιστεί με πολυδύναμες φωτοσκιάσεις.
Πολλά είναι τα πλεονεκτήματα τούτου του μυθιστορήματος.
Ας κρατήσουμε έστω και ένα –την ταύτιση μιας σύγχρονης μορφής αφήγησης με την ανάλυση μιας σημερινής έκφρασης νεανικών αναζητήσεων.
Με άλλα λόγια μια ολοκαίνουργια υλοποίηση cross over  μυθιστορήματος εφηβείας.


6.7.16

Η γυναίκα στη σκάλα

Μπέρνχαρντ Σλινγκ
«Η  γυναίκα στη σκάλα»
Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
Εκδόσεις Κριτική

                                          



 
http://fractalart.gr/i-gynaika-sti-skala/ - η πρώτη ανάρτηση



Μια γοητευτική γυναίκα. Ένας πίνακας που την απεικονίζει να κατεβαίνει γυμνή μια σκάλα. Η σχέση ανάμεσα στο πρόσωπο που απεικονίζεται και στο ίδιο το έργο Τέχνης.
Και τρεις άντρες να διεκδικούν –τον πίνακα ή το μοντέλο;
Ο ένας που έχει παραγγείλει τη δημιουργία του πίνακα.
Ο άλλος  που τον ζωγράφισε.
Ο τρίτος που μαγνητίστηκε.
Τέσσερα πρόσωπα να αναζητούν σχέσεις που τα συνδέουν και συνάμα τα απομακρύνουν.
Ένα ταξίδι στον προσωπικό χρόνο.
Μια πορεία αυτογνωσίας.
Όλα αυτά σε ένα μυθιστόρημα γραμμένο με μαεστρία και απλότητα.
Ο Μπέρνχαρντ Σλινγκ –γνωστός κυρίως για το μυθιστόρημα του «Διαβάζοντας στην Χάννα»- έχει δημιουργήσει μια μυθιστορηματική σύνθεση όπου η ερωτική έλξη άλλοτε υπηρετεί την ελευθερία και άλλοτε υποκύπτει στην υποταγή.
Η γυναίκα –το κεντρικό πρόσωπο- αποτελεί μια έκφραση της χαμένης αμφισβήτησης του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Κάποτε αφοσιώθηκε στην επανάσταση, αναζήτησε τρόπους να χρησιμοποιήσει ή τη δύναμη του χρήματος ή την επάρκεια της Τέχνης. Αποφάσισε στο τέλος να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια σε ορφανά παιδιά και να ζει απομονωμένη σε όρμο της Αυστραλίας.
Αλλά καθώς το βιολογικό της τέλος πλησιάζει, θέλει να επιβεβαιώσει τις επιλογές της ζωής της. Τα λάθη αυτών που έπραξε, τις ευκαιρίες που δεν τους έδωσε τη δυνατότητα να υλοποιηθούνε.
Και θα χρησιμοποιήσει την Τέχνη –το πορτραίτο της- για  να φέρει κοντά της τους τρεις άντρες που σημάδεψαν τη ζωή της.
Εκείνοι θα ακούσουν το κάλεσμά της. Ο ένας για να κερδίσει έστω και την τελευταία στιγμή ότι υλική κατοχή είχε στερηθεί. Ο άλλος για να επιβεβαιώσει πως δεν είναι μόνο ο δημιουργός του έργου αλλά και ο κύριός του.
Και οι δυο θα αποτύχουν.
Ο τρίτος μόνο θα αφουγκραστεί το κρυφό μήνυμα του πίνακα και θα θελήσει να ανιχνεύσει το κρυφό μονοπάτι που μπορεί να σε επαναφέρει στο παρελθόν και στη συνέχεια να σου χαρίσει τη δύναμη να ανασκευάσεις τη ζωή σου από την αρχή.
Το μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρία μέρη –στο πρώτο περιγράφεται το ερωτικό τετράγωνο μιας νεότητας, στο δεύτερο φωτίζεται το ολοκληρωμένο παρόν, στο τρίτο θα είναι όπου θα εκραγεί η όποια σύμβαση και θα προταθεί  η αναθεώρηση μιας ολόκληρης ζωής.
Η αφήγηση γίνεται μέσα από την οπτική ματιά του τρίτου άντρα και τελικά θα είναι αυτός που θα διεκδικήσει και θα κερδίσει όχι μόνο τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και θα έχει την τύχη να υλοποιήσει την αναθεώρηση της ζωής του.
Χρησιμοποίησα πιο πριν τη λέξη ‘απλότητα’ για να περιγράψω την ουσία αυτού του έργου.
Στο τρίτο μέρος του έργου, υπάρχουν σελίδες όπου ο αφηγητής περιγράφει ως αληθινά γεγονότα, καταστάσεις που απλώς φαντάζεται. Κι αυτό γίνεται για να φανερωθεί πως τελικά ότι ζήσαμε  μπορεί να είναι κάτι που τυχαία είχε συμβεί. Μια άλλη απόφαση θα είχε φέρει μια άλλη εξέλιξη. Αυτή η τόσο κοινότυπη άποψη, έχει γραφτεί με μια τέτοια μαεστρία, έχει στηριχτεί σε τόσο καθημερινές φράσεις, που εν τέλει επιτυγχάνεται το ζητούμενο –να ξεχάσεις προς στιγμή ποια η αλήθεια και ποια η φαντασίωση. Να το
ξεχάσεις ή πιο σωστά να μη σε απασχολεί. Γιατί δεν είναι μοναχά η Τέχνη που προσφέρει την ηρεμία της ενδοσκόπησης, αλλά και η απόφαση να δεις με μια άλλη ελευθερία αυτό που δεν μπορείς να αλλάξεις.
Από μια σκοπιά αν δει κανείς τούτο το έργο, θα μπορούσε και να το χαρακτήριζε ως ένα σοφά πολιτικοποιημένο μυθιστόρημα. Η κριτική της αντίθεσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού κυκλοφορεί υπόγεια σε όλες τις σελίδες του  και επεμβαίνει στις καίριες αποφάσεις των κεντρικών προσώπων.
Μυθιστόρημα χαμηλόφωνο, στοχαστικό, απλό.
Πιστεύω πως η αναγνωστική απόλαυση του έλληνα αναγνώστη του πολλά οφείλει και στην μετάφραση του Απόστολου Στραγαλινού.


1.7.16

Τέσυ Μπάιλα "Άγριες θάλασσες"

http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/5408-agries-thalasses



Το ιστορικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη από τη μια την απόλαυση της ταύτισης με ήρωες που πριν από λίγα ή πολύ περισσότερα χρόνια είχαν υπάρξει και από την άλλη την δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές ιστορικών περιόδων όχι με μια κάπως άψυχη εξιστόρηση, αλλά με την ένταση της περιγραφής ενός γεγονότος από κάποιον που το έχει ζήσει.
Με άλλα λόγια, αν έτσι κι αλλιώς η λογοτεχνική αφήγηση είναι μια μεταφορά του αναγνώστη  από τη δική του ζωή στις ζωή ενός άλλου προσώπου, η ιστορική λογοτεχνική αφήγηση προσφέρει ακόμα κάτι περισσότερο – την ψευδαίσθηση πως ζήσαμε το χτες, το έχουμε αρκούντως γνωρίσει κι έτσι το σήμερα μπορούμε καλύτερα και να το κατανοήσουμε, αλλά και πλέον αποτελεσματικά –αν χρειαστεί- να του αντισταθούμε ή να το διαμορφώσουμε.
Η Ιστορία δημιουργεί μνήμη.
Ή μήπως η ανάγκη σύνθεσης μιας συγκεκριμένης  μνήμης συγγράφει την ιστορία;
                                                           *********
Ζούμε και ως άτομα και ως έθνος μια ιδιαιτέρως κρίσιμη μα και πικρή περίοδο.
Έχουμε ανάγκη από τη μια να κατανοήσουμε το τι έχει στο παρελθόν συμβεί και από την άλλη να στηριχτούμε σε αυτό το παρελθόν για να  ελπίσουμε σε ένα ευτυχέστερο μέλλον.
Όταν οι λαοί αισθάνονται ανασφαλείς επιστρέφουν στις ρίζες τους. Ανάλογα με το ήθος και το ύφος του δρόμου επιστροφής, άλλοτε μετατρέπονται σε συντηρητικές κοινωνίες, άλλοτε σε αυτοθαυμαζόμενες ολιγομελείς ή μη ομάδες, κάποτε, κάποτε επιτρέπουν σε μέλη τους  να αναλογιστούν τα λάθη και να προτείνουν  διορθωτικές κινήσεις.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφεται από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς ανθεί εκδοτικά.   Το αν η ανθοφορία αυτή συνυπάρχει με μια ουσιαστική ενδοσκόπηση και δεν προτρέπει προς μια εσωστρεφή απομόνωση, είναι κάτι που πολλούς προβληματίζει, αλλά ελάχιστους απασχολεί.
                                                        ***********
Ιστορικό, λοιπόν, μυθιστόρημα γραμμένο από σημερινούς συγγραφείς.
Από αυτούς οι περισσότεροι δεν έχουν μια προηγούμενη θητεία στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Οι περισσότεροι γράφανε κοινωνικά ή και ερωτικά μυθιστορήματα και μέσα στα πλαίσια των συνθηκών που πιο πάνω έχω αναφέρει, ενδύσανε κοινωνικά πάθη και σωματικούς καημούς με ιστορικά ενδύματα.
Η Τέσυ Μπάιλα ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία;
Το «Άγριες Θάλασσες» είναι το έκτο της μυθιστόρημα και το πρώτο που αγγίζει –προσωπικά αυτό θεωρώ πως είναι- το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Συγγραφικά, αφού πρώτα ανίχνευσε με τα δυο πρώτα της έργα τις ψυχολογικές και ερωτικές ανάγκες κάποιων προσώπων, στη συνέχεια  -με τα δύο επόμενα έργα της και τα οποία την έκαναν ιδιαιτέρως γνωστή και αναγνωρίσιμη-  αναζήτησε το πώς τα ατομικά οράματα πορεύονται μέσα στην ιστορία. Οι ήρωες αυτών των έργων της αν και επηρεάζονται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν συμμετέχουν στην διαμόρφωση τους.
Τώρα, με το τελευταίο της αυτό πόνημα, φέρνει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας της να συμμετέχουν στον τρόπο που διαμορφώθηκε η πορεία των αποφάσεων  που άλλοι –ανώτεροι- είχαν πάρει.
Με άλλα λόγια, η Τέσυ Μπάιλα αποφάσισε να γράψει 

21.6.16

Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια μοναχική υπόθεση. Όπως άλλωστε και η συγγραφή της. Μόνος είναι ο συγγραφέας όταν γράφει το μυθιστόρημά του, μόνος και ο αναγνώστης όταν θα το διαβάσει. Αλλά μετά… Μετά η ανάγνωση του κάθε αναγνώστη είναι όμορφο να ‘συνομιλεί’ με τις αντίστοιχες αναγνώσεις άλλων αναγνωστών. Αυτή την συνομιλία προσφέρει μια Λέσχη Ανάγνωσης. Τα θέματα μα και τα συναισθήματα που ο κάθε αναγνώστης γνώρισε όσο καιρό διάβαζε κάποιο μυθιστόρημα, έρχονται να ενωθούν με τις σκέψεις και τις ιδέες άλλων αναγνωστών. Και ξαφνικά ένα μυθιστόρημα γίνεται η ευκαιρία να δημιουργηθούν γνωριμίες, φιλίες, νέοι προβληματισμοί.  Μια ευκαιρία να συναντηθούν άνθρωποι με παρόμοια ενδιαφέροντα –να τι είναι μια Λέσχη Ανάγνωσης

Υπάρχουν πολλές. Πόσες ακριβώς δεν ξέρω. Κάποτε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου τις είχε καταγράψει. Λέσχες που άλλες ασχολούνται με τη ελληνική ή τη ξένη λογοτεχνία, άλλες με το ιστορικό μυθιστόρημα, άλλες με το αστυνομικό… Λέσχες παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, λέσχες για παιδιά. Νομίζω πως και σε κάποια Κέντρα Απασχόλησης Ηλικιωμένων λειτουργούν. Λέσχες που τις φιλοξενούν φορείς, Δήμοι, σωματεία, βιβλιοπωλεία. Λέσχες που τις αποτελούν φίλοι από παλιά, άλλες πάλι που στάθηκαν αφορμή να ξεκινήσουν νέες φιλίες.
Το βιβλιοπωλείο του ΙΑΝΟΥ είναι στο κέντρο της Αθήνας. Παράλληλα είναι  ένα από τα πιο μεγάλα και ενημερωμένα βιβλιοπωλεία της πόλης μας. Λογικό είναι να υποθέτω πως οι πλέον ουσιαστικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας μας περνάνε τακτικά από τους χώρους του ΙΑΝΟΥ. Θέλω να βοηθήσω αυτοί οι απαιτητικοί αναγνώστες –εννοώ εκείνους που αναζητούν την καλή λογοτεχνία και θέλουν να μοιραστούν με άλλους τις απόψεις και τις συγκινήσεις τους- να έχουν την ευκαιρία δυο φορές το μήνα να συναντιόνται. Κι όλοι μαζί να μιλάμε για τις μεγάλες μας αγάπες –τα μυθιστορήματα που εμπλουτίζουν την καθημερινότητά μας.

Όπως ξέρετε, έχουμε αποφασίσει οι συναντήσεις των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης να γίνονται δυο φορές το  μήνα. Κι αυτό γιατί ακόμα κι αν κάποιο μέλος δε θα έχει προλάβει να ολοκληρώσει την ανάγνωση και των δύο μυθιστορημάτων, θα θέλει να ακούσει τις γνώμες των άλλων για αυτό.  Με άλλα λόγια θέλω τα μέλη αισθανθούν πως δυο φορές το μήνα ‘βλέπονται’ με φίλους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα. Και έτσι θα περιμένουν με αγωνία την κάθε συνάντησή μας. Σκέφτομαι, μάλιστα να προτείνω μια φορά το μήνα, μετά το τέλος της συνάντησής μας στον ΙΑΝΟ, να συνεχίζουμε –όσοι, βέβαια, θα μπορούν-

Για δέκα συνεχόμενα χρόνια υπήρξα υπεύθυνος μιας Λέσχης Ανάγνωσης σε μεγάλη βιβλιοθήκη του Πειραιά. Εγώ τη ξεκίνησα και θυμάμαι πως την πρώτη χρονιά ενώ περιμέναμε γύρω στα 5 με έξι άτομα  να εγγραφούνε, ήρθαν γύρω στα 12 και προτού κλείσει εκείνη η πρώτη περίοδος, είχαν φτάσει να συμμετέχουν πάνω από 15. Τα επόμενα χρόνια συνεχώς ο αριθμός των μελών και αυξανότανε και ολοένα και νέα πρόσωπα ερχόντουσαν. Φτάσανε τα εγγεγραμμένα μέλη να είναι 40 και πιστέψτε με είναι πολύ δύσκολο να συντονίζεις για δύο ώρες τόσα άτομα και να τους δίνεις την ευκαιρία να εκφράζονται όποτε τα ίδια το θελήσουν. Από αυτό και η καλύτερη εμπειρία μου –τόσοι άνθρωποι να σε εμπιστεύονται και να σε αγαπούν. Τρεις με τέσσερεις φορές το χρόνο βγαίναμε και έξω και πολύ συχνά ήταν μαζί μας και ο έλληνας συγγραφέας του βιβλίου που πριν από λίγο συζητούσαμε μαζί του.  Τώρα αν υπάρχει χειρότερη εμπειρία… Δεν ξέρω ίσως είναι εκείνη που είχε να κάνει με κάποιο άτομο που ήθελε να μιλά συνέχει και να διαβάζουμε μόνο τα βιβλία που εκείνο ήθελε. Χειρότερη με την έννοια πως τελικά δεν κατάφερα να το εντάξω στην ομάδα. Έφυγε.



Πάντα γράφω. Συνέχεια. Γράφω και διαβάζω. Και πειραματίζομαι σε αναγνώσεις και γραφές. Τώρα ασχολούμαι με ένα εμβληματικό ήρωα της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας. Ψάχνω να δω τρόπους να τον πλησιάσω με τις ανάγκες ενός ανθρώπου της εποχής μας. Παράλληλα, μέσα στο φθινόπωρο κυκλοφορεί το νέο μου μυθιστόρημα. Μπορώ να σας πω τον τίτλο –«Αμαρτωλή Πόλη». Μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Το θεωρώ ένα καθαρόαιμο crossoverμυθιστόρημα γραμμένο μέσα στην επώδυνη γνώση αυτών των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.



9.6.16

Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ... στη Θεσσαλία



Γράφει ο :
Β.Δ.Αναγνωστόπουλος, Ομ.Καθηγτής πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Ο παππούς και ο εγγονός

Στο καινούργιο βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων αφηγείται ιστορίες στον εγγονό του Μανολίτο  διευρύνοντας την παρέα του με άλλον παππού και γιαγιά του Μανουήλ έχοντας μαζί τους πάντα και την κατάλευκη σκυλίτσα, τη Νύχτα! Ο τίτλος   παίζει με τρία ονόματα ομόρριζα «Μανόλο, Μανολίτο και…Μανουήλ»,(εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2016, σ. 116).
Ο Μάνος Κοντολέων ανήκει στους πρώτους τη τάξει συγγραφείς που πλούτισαν την παιδική λογοτεχνία (και όχι μόνο) θεματολογικά, αισθητικά και ειδολογικά. Το στοιχείο που τον διακρίνει πιστεύω ότι είναι η τεχνική της γραφής, ο τρόπος κάθε φορά να σκηνοθετεί και να αφηγείται τις ιστορίες του. Και είναι στοιχείο υπολογίσιμο για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του από μικρούς και μεγάλους .Συγγραφέας πολυγραφότατος, χωρίς αυτό να αποβαίνει εις βάρος της λογοτεχνικότητας του κειμένου. Έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις για το έργο του. Ξεκίνησε να γράφει αρχές της δεκαετίας του ΄80  και συνεχίζει να έχει μέχρι σήμερα έντονη παρουσία στα ελληνικά γράμματα και (έχω χάσει πια τον αριθμό) πλησιάζει τα 100 βιβλία! Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια.
Η ιστορία διαιρείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, εκτενέστερο, Τρία δέντρα, Τριάντα τριανταφυλλιές (σελ.9-70) η αφήγηση αναφέρεται στον Μανόλο ,τον παππού,  στον Μανολίτο, τον εγγονό  και στη Νύχτα, το σκυλάκι τους . Χάνεται η Νύχτα και αρχίζουν έρευνες να εντοπιστεί. Για καλή τους τύχη την άλλη μέρα  το φέρνει στην αγκαλιά του ένα αγόρι που δουλεύει σε παρακείμενο φυτώριο με ιδιοκτήτη γνωστό τους γεωπόνο. Και το όνομα αυτού…Μανουήλ! Γίνονται φίλοι .Τους μιλάει κι αυτός για τον παππού του και θυμίζει τις ιστορίες και τα παραμύθια που του έλεγε…Στο δεύτερο μέρος, Ένα ταξίδι μόνο (σελ. 70-112), περιέχεται το ταξίδι που επιχειρούν και οι τέσσερις βόρεια και επισκέπτονται τον παππού και τη γιαγιά του Μανουήλ…
Το κείμενο προσφέρεται για διάλογο με τον αναγνώστη:
1. Από τους τέσσερις ήρωες της ιστορίας ο αναγνώστης ξεχωρίζει τη μορφή του παππού, που δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Μανόλο ,λοιπόν, είναι ένας σοφός παππούς που ξέρει πώς να φέρεται στον εγγονό του, πώς να του μιλάει και να του ξυπνάει τα όνειρα, να συζητούν για τη φιλία, για τα λουλούδια, τα δέντρα, τη γη. Με την ίδια σοφία εμφανίζεται και ο παππούς του Μανουήλ, μέσα από τα παραμύθια που του έλεγε.  Και γενικά ας σημειώσω ότι ο παππούς ως αφηγηματικό πρόσωπο της Παιδικής Λογοτεχνίας είναι εμβληματικός και έχει αξιοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς.
2. Ο Μανολίτο και ο Μανουήλ είναι στην ηλικία του εφήβου (καλύτερα του προεφήβου) με απορίες και πολλά ερωτηματικά, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο  παραμύθι και στην πραγματικότητα. Διαβάζουμε στη σελ.94:  «…Ένα νέο παλικάρι πρέπει κάποια στιγμή να ζήσει όχι μόνο το παραμύθι, αλλά και την ίδια την πραγματικότητα…Όμως είναι τόσο όμορφο να μην ξεχνάμε πως πάντα υπάρχουν και τα όνειρα…».Λόγια αληθινά και πειστικά, όταν λέγονται από τον παππού ή τη γιαγιά.
3. Ο διάλογος είναι κύριο γνώρισμα της αφήγησης και  παραπέμπει σε «εκπαιδευτικό» μοντέλο σύγχρονο, στην εποχή δηλαδή του διαλόγου και των ελεύθερων επιλογών ,πράγμα που επιδρά ευεργετικά στην οδυνηρή περίοδο της ενηλικίωσης των παιδιών και των νέων. Και ο Κοντολέων ξέρει πολύ καλά την τέχνη του διαλόγου και κυρίως μεταξύ ώριμου ατόμου και αρχάριου της ζωής. Μέσα απ΄αυτόν τον ισότιμο και ειλικρινή διάλογο απορρέουν και απόψεις (μηνύματα λέγαμε παλιότερα) για τις ανθρώπινες σχέσεις, την αγάπη, τη φιλία, το σεβασμό, αλλά και την καλλιέργεια της ψυχής και της καρδιάς με ιστορίες για τη φύση και τη μυθολογία κ.ά.
4. Συνολικά (και γενικά) θα μπορούσα να παρατηρήσω ότι το αφήγημα είναι σε πρώτο πλάνο «οικολογικό»,προβάλλοντας  δηλαδή πτυχές του φυσικού κόσμου, και σε άλλα εσωτερικά επίπεδα ιδέες  και απόψεις για την «τέχνη» της ζωής. Οι μυθολογικές ιστορίες (αναπλασμένες, βέβαια) για τη Δάφνη και τον Απόλλωνα, για την Πίτυν (το πεύκο),για τον Κυπάρισσο (κυπαρίσσι) ή τα σχετικά με τα λουλούδια και τη γη  καθιστούν οικειότερη γνωστικά τη μυθολογία και τη  δεντρολογία και καλλιεργούν το σεβασμό σε καθετί το φυσικό.
5.  Εκείνο, επίσης,  που εντυπωσιάζει στην αφήγηση είναι η διακειμενικότητα των κειμένων, η επικοινωνία κειμένων και ηρώων διαφορετικής εποχής. ΄Ετσι, στο νέο του αφήγημα «Μανόλο, Μανολίτο και…Μανουήλ» διαπιστώνουμε ότι από τα τρία ονόματα τα δύο πρώτα παραπέμπουν σε προηγούμενο ομώνυμο μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα («Μανόλο και Μανολίτο»,Πατάκης 2013  ) και το τρίτο όνομα στο διήγημα του Βιζυηνού «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον».Έτσι, διαβάζουμε στο Σημείωμα του συγγραφέα «Δε γίνονται μόνο οι άνθρωποι φίλοι. Γίνονται και οι ήρωες των βιβλίων».
Η νουβέλα «Μανόλο,Μανολίτο και …Μανουήλ» του Μάνου Κοντολέοντα είναι ένα ώριμο έργο ,απλό στην πλοκή, πλούσιο σε ιδέες και διάλογο μεταξύ «των γενεών»,διαβάζεται ευχάριστα και ασφαλώς ιδιαίτερα θα το χαρούν τα παιδιά.

5/6/2016

2.6.16

Εγώ κι Εγώ... συζητώντας για τα μυστικά μας

 
- Γιατί γράφεις;
- Ίσως γιατί δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω... Μπορεί όμως και γιατί το γράψιμο να είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζω για να εκφράσω τον εαυτό μου... Τελικά και οι δυο απαντήσεις, νομίζω, πως υπονοούν την ίδια απάντηση... Θέλω να πω πως μετά από τα δώδεκα περίπου χρόνια μου (τότε που έγραψα το πρώτο μου κείμενο και το είδα να δημοσιεύεται στη «Διάπλαση των Παίδων») μέχρι σήμερα έχω τόσο εθιστεί στο να εκφράζω γραπτώς σκέψεις και όνειρα, ανασφάλειες, θυμούς και αγάπες, που ακόμα και αν ήθελα (και κάποιες στιγμές πραγματικά το θέλω) να βρω έναν άλλο τρόπο έκφρασης και προβολής του εγώ μου, δεν ξέρω τη μέθοδο για να το κάνω.
Γράφω -αναρωτιέμαι- από κεκτημένη ταχύτητα; Ή μήπως γράφω γιατί δεν τολμώ να εγκαταλείψω όλα όσα έχω κατακτήσει;
Κάποιες φορές σκέφτομαι όμως, πως κάτι τέτοιες σκέψεις είναι βλάσθημες. Γιατί το να έχεις ένα λογοτεχνικό τάλαντο είναι μια θεϊκή δωρεά. Και από εκεί και πέρα είναι πια η δικιά σου και μόνο ευθύνη και απόφαση για το που και πως αυτή τη δωρεά θα τη χρησιμοποιήσεις.

- Είσαι ένας επαγγελματίας συγγραφέας.
- Είμαι. Θέλω να είμαι. Και το μισώ που είμαι... Βέβαια, αν δεν έβλεπα με επαγγελματικές απαιτήσεις το γράψιμό μου δεν θα είχα κάνει όσα έκανα. Αλλά αν πάλι δεν το είχα δει ως επάγγελμα, ίσως αυτά που θα είχα κάνει να ήταν περισσότερο προσωπικά.
Όμως δεν ξέρω αν είχα το δικαίωμα επιλογής. Θέλω να πω πως η συγγραφική μου ιδιοσυγκρασία είναι τόσο εκρηκτική ώστε μόνο μέσα σε κανόνες επαγγελματικής εφαρμογής θα μπορούσε να βρει διεξόδους ελέγχου της έκφρασής της.

- Να υποθέσω πως πιστεύεις ότι δεν έγραψες το έργο που είχες ονειρευτεί να γράψεις;
- Το έργο που είχα ονειρευτεί να γράψω!... Ποιο ήταν, άραγε, αυτό; Φαντάζομαι κάποιο αντίστοιχο εκείνων που ως αναγνώστη με συγκλονίσανε... Και με συγκλόνισαν μυθιστορήματα του Ζολά, του Φλομπέρ, του Ντίκενς, του Μαρκές, του Γκαλσγουώρθη, του Μωμ... Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα ποιήματα του Καβάφη, ο ‘Αμλετ του Σαίξπηρ, τα θεατρικά του Ίψεν, τα παραμύθια του Άντερσεν, τα ρομάντζα της Σελίνκο, το απόλυτο του «Μεγάλου Μoλν»...
Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου πως έγραψα τέτοια έργα. Δεν περιμένω πως θα τα γράψω... Αλλά όσα έγραψα... -αυτά είναι τα δικά μου. Το σώμα μου και η ψυχή μου. Τα δικά μου έργα... Κάτι παρόμοιο με την εμφάνισή μου -όσο και να θέλω να την βελτιώσω, τελικά κάπου θα σκοντάψω στα όριά της- κι άλλωστε το κορμί μου είναι το δικό μου το κορμί* μέσα από αυτό έχω νοιώσει και τον πόνο, μα και την ηδονή. Επίσης κάτι παρόμοιο με τους δικούς μου ανθρώπους.... Αυτούς που βρέθηκαν στο δρόμο μου και τους αγάπησα, με αγαπήσανε, με επηρεάσανε, τους επηρέασα... Δεν θα ήθελα να είχα άλλους δικούς από αυτούς που αξιώθηκα (που έτυχε, αν προτιμάς) να έχω... Έτσι και δεν θα ήθελα να είχα γράψει άλλα έργα από αυτά που έγραψα (που έτυχε, αν προτιμάς, να γράψω)... Δεν είναι τα καλύτερα, το ξέρω! Μα είναι τα δικά μου. Μέσα τους κρύβονται και οι προσπάθειες για τα όσα ονειρεύτηκα και δεν μπόρεσα να πραγματώσω.


-Το κείμενο, λοιπόν!... Αλήθεια, τί είναι για σένα το λογοτεχνικό κείμενο;
-Για μένα το κείμενο, το κάθε κείμενο πρέπει πίσω από το ότι λέει, το ότι περιγράφει, πίσω από αυτά να κρύβει κάτι... Κάτι άλλο, περισσότερο να υπονοεί. Το λογοτεχνικό κείμενο -από το πιο απλό παραμύθι, μέχρι το πιο σύνθετο πεζογράφημα- θα πρέπει να κρατά από τη μια τα μυστικά του και από την άλλη να δίνει το δικαίωμα στον αναγνώστη του να μπορεί να τα ανακαλύψει αυτά τα μυστικά... Αλλά η ανακάλυψη πρέπει να είναι πάντα μια προσωπική πορεία του αναγνωστη. Λατρεύω αυτού του είδους τα κείμενα και απεχθάνομαι όσα αντιθέτως διαθέτουν μόνο μια επιφάνεια...

- Αλλά, σκέφτομαι τώρα, τόσα πολλά βιβλία... Και τόσο διαφορετικών ειδών! Μήπως, τελικά, σπαταλήθηκες;
- Α, όχι! Ακόμα κι αν σπαταλήθηκα -που δεν το πιστεύω- ακόμα και τότε άξιζε να ζήσω συγγραφικά όλα όσα έζησα. Μου προσφέρανε τόσες χαρές, τόσες πίκρες. Με κάνανε να έχω αισθήματα. Και εγώ τους το ανταποδίδω... Τα έργα μου έχουν πάθος. Το πάθος που βγαίνει από τις σωστές κινήσεις μου, αλλά και κυρίως από τις λανθασμένες. Τα έργα μου έχουν και τεχνική στη δόμήσή τους. Όλη αυτή η μακρόχρονη απασχόλησή μου, η καθημερινή απασχόλησή μου με τον γραπτό λόγο και όλες αυτές οι αναγνώσεις μου, τελικά μου προσέφεραν μια πολύτιμη πείρα. Είμαι υπερήφανος για τα έργα μου. Είμαι υπερήφανος γιατί ποτέ δεν πρόδωσα τις ιδέες μου. Ότι πίστεψα και πιστεύω, υπάρχει και μέσα στα βιβλία μου. Ο συγγραφέας και ο άνθρωπος ταυτίζονται...

-Βιωματικός, λοιπόν, συγγραφέας;
- Μα μπορεί κανείς να γράψει τίποτε άλλο από τα βιώματά του; Ακόμα και όσοι συγγραφείς δείχνουν πως γράφουν κείμενα που δεν έχουν καμιά σχέση με τη ζωή τους, στην ουσία μέσα από αυτήν την αποφυγή, την ζωή τους και πάλι εκφράζουν...
Κι έπειτα, μου αρέσει να αυτοεκτίθεμαι... Να εκδίδομαι. Ποτέ δεν πλήρωσα για να βγάλω βιβλίο μου. Ήθελα και θέλω να κερδίζω από αυτά. Να βγαίνω στην αγορά και να πουλώ το σώμα και τα συναισθήματά μου. Να τα πουλώ όχι μόνο για χρήματα, μα και για δόξα. Να με συζητάνε. Να με θαυμάζουνε, μα και να με κουτσομπολεύουνε. Μια πόρνη είναι ο κάθε συγγραφέας. Θα μπορούσε να είχε γίνει το κεντρικό πρόσωπο σε ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα του Καβάφη. Αιρετική ίσως άποψη και μην την πάρεις και πολύ στα σοβαρά... Αλλά και μην τη θεωρήσεις ως μια και μόνο παραδοξολογία...

- Κι όμως τα περισσότερα από τα βιβλία σου έχουν γραφτεί για παιδιά και νέους.
- Και τι σημασία έχει αυτό. Έχουν γραφτεί για παιδιά!... Θα ήταν πιο σωστό αν έλεγες πως έχουν κυκλοφορήσει σε σειρές για παιδιά και νέους... Οι νόμοι της αγοράς καθορίζουν την ένταξη. Οι εσωτερικές ανάγκες καθορίζουν την έμπνευση.
Ο Άντερσεν έχεις σκεφτεί πόσο μόνο «παιδικός» συγγραφέας είναι; Και με πόση αθώα, άραγε, παιδικότητα γράφτηκε η <<Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων>>;
Τυποποιήσεις μιας εποχής καταναλωτικής και φαινόμενα μιας περιόδου υπερπαραγωγής λογοτεχνικών έργων. Αλλά νομίζω πως μπαίνουμε στην εποχή που δίπλα στις τυποποιήσεις θα υπάρχουν και οι υποκειμενικές προσεγγίσεις. Στο εξωτερικό συμβαίνει ήδη. Θα έρθει το φαινόμενο αυτό -θέλουμε δεν θέλουμε- και στην επαρχιώτικης νοοτροπίας Ελλαδίτσα μας.

- Τελικά είναι πιο εύκολο να γράψεις για παιδιά και πιο άνετα μέσα στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας κατακτάς της αναγνώριση;
- Ανοησίες! Σε κανένα χώρο τίποτε δεν κατακτιέται με ευκολία. Κι αν κάποια στιγμή κάποιος το επιτύχει, τότε η επιτυχία του αυτή θα είναι στιγμιαία.
Το κείμενο που απευθύνεται σε παιδιά ή νέους, μπορεί να έχει τους δικούς του νόμους υλοποίησης, αλλά και έχει τις ίδιες απαιτήσεις και με το κάθε κείμενο της «ενήλικης» λογοτεχνίας. Χρειάζεται δομή, χρειάζεται, ολοκληρωμένους χαρακτήρες, χρειάζεται καλοδουλεμένη φράση... Χρειάζεται ακόμα ο συγγραφέας να διαθέτει μια αίσθηση παιδικότητας ή νεανικότητας. Κι αυτά είναι πολύ δύσκολα να τα έχεις όταν δεν είσαι πια παιδί ή νέος.
Όσοι πιστεύουν πως το να γραφτεί ένα παιδικό βιβλίο είναι εύκολο, ας ψάξουν μέσα στην εργογραφία κάποιων πολύ σημαντικών συγγραφέων μας (της λογοτεχνίας των ενηλίκων, εννοώ) και θα δούνε και κάποιους τίτλους παιδικούς. Ε, λοιπόν, σε πληροφορώ πως αν εξαιρέσεις ένα ή δυο, όλοι οι άλλοι καλοί συγγραφείς απέτυχαν.

-Ναι, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που αμφισβητούν την ίδια της έννοια της ύπαρξης παιδικής λογοτεχνίας. Λένε πως αυτός είναι ένας όρος δίχως νόημα. Πως παιδική λογοτεχνία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, μιας και το παιδί έχει αναγνωστικές ανάγκες που μόνο από ένα συνομήλικό του μπορεί να καλυφθούν.
- Τα έχω ακούσει κι εγώ όλα αυτά. Κάποτε απαντούσα, προσπαθούσα να τους πείσω... Τώρα απλώς και μόνο γελάω.
Μα τα παιδιά είναι προσωπικότητες υπό διαμόρφωση. Ό,τι τυχόν μόνα τους παράγουν, πάντα ως δείγματα εξάσκησης θα πρέπει να νοούνται. Η κοινωνία των ενηλίκων είναι που τα εκπαιδεύει. Τα ίδια καταναλώνουν, διαπαιδαγωγούνται και ψάχνουν τη χάραξη του ατομικού τους δρόμου. Κι έτσι έρχονται να συναντήσουν τα έργα των μεγάλων. Ανάμεσά τους και τα κείμενα που θα γεφυρώνουν την δικιά τους ανάγκη για αισθητική ολοκλήρωση και συναισθηματική εκτόνωση με την ήδη διαμορφωμένη πείρα των ενηλίκων δημιουργών. Σημασία έχει πάντως, αυτοί οι ενήλικες δημιουργοί και να μην έχουν ξεχάσει τη δυναμική της δικιάς τους παιδικής ηλικίας και εφηβείας. Αλλά... Τί να πω; Εγώ όταν ήμουνα παιδί λάτρεψα κάποια παραμύθια, ξετρελάθηκα με κάποια παιδικά μυθιστορήματα... Και τώρα που έχω αναγνώστες παιδιά και νέους, παίρνω γράμματα τους και βλέπω το πόσο επικοινωνούν με τα έργα μου... Άρα η λογοτεχνία που τους πλησιάζει και υπάρχει και είναι πάντα γραμμένη από μεγάλους.

- Το ξέρω όμως πως θυμώνεις όταν ακούς να σε προσφωνούνε <<Ο Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας παιδικών βιβλίων>> ή με εκείνο το άλλο το αμίμητο <<Ο Μάνος Κοντολέων είναι παιδικός συγγραφέας>>
- Δεν θυμώνω. Εκνευρίζομαι. Ίσως και να επαναστατώ... Επαναστατώ απέναντι μιας εντελώς φασιστικής νοοτροπίας. Γιατί, διάβολε, έχω γράψει και κάμποσα έργα για μεγάλους. και μάλιστα κάποια από αυτά είναι και πολύ μα πολύ δύσκολα,... μεγαλίστικα. Απλώς μιας και τα περισσότερα από τα βιβλία μου είναι για παιδιά και νέους, και μιας και είναι και αυτά που με έχουν κάνει περισσότερο γνωστό, αυτόματα μου μπαίνει η ετικέτα... Κι αν στη ζωή μου κάτι ιδιαίτερα έχω αντιπαθήσει είναι η όποια ετικέτα. Μια έκφραση φασιστικής νοοτροπίας είναι κάτι τέτοιο. Εγώ ό,τι κι αν γράφω, ένα πάντα πράγμα κάνω -να προσπαθώ να το πλουτίζω με την τεχνική που έχω κατακτήσει και με τις ιδέες που έχω πιστέψει.
Και όταν μου δοθεί η ευκαιρία, λέω, υπενθυμίζω πως δεν υπάρχουν προκατασκευασμένες κατηγορίες βιβλίων ή αναγνωστών. Απλά και μόνο από τη μια πλευρά υπάρχουν τα κείμενα και από την άλλη οι αναγνώστες. Οι εκάστοτε προσεγγίσεις των δύο πλευρών είναι πάντα εξατομικευμένες και απελευθερωμένες. Μου έχει τύχει παιδί της Τρίτης Δημοτικού να έχει διαβάσει και να λάτρεψε το <<Γεύση Πικραμύγδαλου>>, κοπέλα της Δευτέρας Γυμνασίου να έχει ενθουσιαστεί με το <<Τα φώτα, είπε!>>, όπως και δεκαοχτάχρονη να μου γράψει για να μου εκφράσει τη ικανοποίηση της μετά από το διάβασμα του <<Δομήνικου>>. Μια νέα συγγραφέας έργου ιδιαιτέρως κλειστού και «ενηλικιωμένου» έχει δηλώσει γραπτώς το πόσο την επηρέασε <<Το 33>>...

- Δηλαδή πιστεύεις πως επικοινωνείς με πολυποίκιλους τρόπους με τους αναγνώστες σου...
- Ναι! Νομίζω πως οι περισσότεροι από αυτούς που με διάβασαν -μικροί και μεγάλοι- με έχουν αισθανθεί ως ένα δικό τους άνθρωπο. Και αυτό είναι κάτι που το επιδιώκω. Ίσως γιατί κι εγώ , ως αναγνώστης, βρέθηκα πολύ κοντά σε κάποιους συγγραφείς, αισθάνθηκα πολύ δικούς μου κάποιους ήρωες της λογοτεχνίας. Μου αρέσει αυτή η σχέση. Πιστεύω πως οι ήρωες των βιβλίων και οι αναγνώστες τους δημιουργούν μεταξύ τους μια σχέση. Μια πολύ στενή σχέση. Και μέσα σε αυτού του είδους τον δεσμό, υπάρχει πάντα και ο συγγραφέας.
Βέβαια, κάποιους συγγραφείς που πολύ αγάπησες από τα βιβλία τους, που έκανε ς δικούς σου τους ήρωές τους, αν τύχει και τους γνωρίσεις από κοντά, θα απογοητευτείς. Ναι, υπάρχουν τέτοιοι συγγραφείς. Αρκετούς τους έχω γνωρίσει. Και όχι μόνο με άφησαν με ένα αίσθημα απογοήτευσης, αλλά και με ένα θυμό. Λες και με ξεγελάσανε... Βέβαια, δεν είναι ίσως σωστό να ταυτίζεις τόσο πολύ το συγγραφέα με το έργο του, τους ήρωές του. Αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες δεν μπορούν να αποφύγουν κάτι τέτοιο. Εγώ σαν αναγνώστης δεν το αποφεύγω.. Θάλεγα, μάλιστα πως το επιζητώ. Γι αυτό και θέλω η συγγραφική μου ταυτότητα να συνταιριάζεται με την ατομική μου.
Οι αναγνώστες μου είναι άνθρωποι που εγώ έχω λίγο ή πολύ, ουσιαστικά ή όχι επέμβει στη ζωή τους. Δεν το ξεχνώ αυτό...

-Δηλαδή γράφεις για τους αναγνώστες σου;
-Όχι! Γράφω για τον εαυτό μου. Αλλά ακριβώς έτσι γίνεται. Όσο περισσότερο για δικιά σου ανάγκη δημιουργείς κάτι, τόσο αυτό το κάτι αγγίζει περισσότερο περισσότερους. Όλοι μας ζητάμε να εκφράζουμε την αυθεντικότητά μας και όλοι μας θέλουμε να συναντάμε την αυθεντικότητα των άλλων. Η Τέχνη πρέπει να είναι μια αυθεντική κατάθεση της ατομικότητας.

-Ο ρόλος, λοιπόν, του συγγραφέα, είναι μόνο η κατάθεση της ατομικότητάς του;
-Όχι, ασφαλώς! Αν και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Αλλά για μένα ο ρόλος του συγγραφέα έχει κι άλλες προεκτάσεις... Πρέπει να επαναστατεί, να αμφισβητεί, να ανακαλύπτει, να επιβεβαιώνει... Ο συγγραφέας συνέχεια πρέπει να μάχεται. Και μέσα από το έργο του, όλα αυτά -επαναστάσεις, επιβεβαιώσεις, αμφισβητήσεις, ανακαλύψεις, οράματα και ψευαισθήσεις- να τα στέλνει στους αναγνώστες του. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει ένα κοινωνικό πρόσωπο. Να εκφράζει την εποχή του, καθώς την ίδια τη στιγμή θα την υπερβαίνει... Αλλά πάντα να δηλώνει -το ξαναλέω- την αυθεντικότητά του και να υποστηρίζει την ατομικότητα των αναγνωστών του.

- Το αυθεντικό της ατομικότητας οδηγεί, φοβάμαι, στην μοναξιά
- Μπορεί να είναι κι έτσι. Ίσως είναι. Αλλά τί σημασία έχει; Η μοναξιά είναι η μοίρα του ανθρώπου. Η καταδίκη του και η απελευθέρωσή του. Την ξορκίζει και την λατρεύει με την Τέχνη.

- Είσαι, λοιπόν, μόνος; Μετά από τόσα βιβλία, τόσους δικούς σου, τόσους αναγνώστες, τόσο έντονη καλλιτεχνική και κοινωνική ζωή, είναι δυνατόν να είσαι μόνος;

- Μα δεν είμαι μόνος... Έχω εσένα. Κάνουμε τόσο καλή συντροφιά εσύ κι εγώ... Λέμε τα δικά μας... Συμφωνούμε, διαφωνούμε. Άλλοτε σε λατρεύω κι άλλοτε σε μισώ... Όσο υπάρχεις δίπλα μου δεν είμαι μόνος. Όσο υπάρχεις μαζί μου και με ρωτάς και με ακούς, σε βρίζω ή σε εμπιστεύομαι, μπορώ, κερδίζω την ικανότητα να απολαμβάνω τους ανθρώπους που αγαπώ, να κάνω τα πράγματα που θέλω... Να γράφω τα βιβλία μου, να διαβάζω άλλων βιβλία... Όχι! Μπορεί να βιώνω τη μοναξιά, αλλά δεν είμαι μόνος. Εσύ είσαι;